Ο Τζούιν κούνησε το κεφάλι και μετά σήκωσε τους ώμους και έδειξε πάλι τα σκαλιά. «Αν έχετε την καλοσύνη. Οι Πρεσβύτεροι περιμένουν».
Η πελώρια, δίχως παράθυρα αίθουσα μέσα στο λοφίσκο ήταν σε Ογκιρανή κλίμακα, με ταβάνι ύψους τεσσάρων απλωσιών γεμάτο χοντρά δοκάρια· από πλευράς μεγέθους, τουλάχιστον, έκανε για παλάτι. Οι επτά Ογκιρανοί, που κάθονταν στο βάθρο μπροστά ακριβώς στην είσοδο, το έκαναν να φαντάζει μικρότερο λόγω του ύψους τους, όμως ο Ραντ και πάλι ένιωθε σαν να ήταν μέσα σε τεράστια σπηλιά. Οι σκούρες πλάκες του δαπέδου ήταν λείες, αν και είχαν ακανόνιστα σχήματα, αλλά οι γκρίζοι τοίχοι έμοιαζαν με τραχιά πρόσοψη γκρεμού. Τα δοκάρια της οροφής, χοντροκαμωμένα όπως ήταν, θύμιζαν μεγάλες ρίζες.
Με εξαίρεση μια καρέκλα με ψηλή ράχη, στην οποία καθόταν η Βέριν αντικριστά στο βάθρο, τα μόνα έπιπλα ήταν οι βαριές καρέκλες των Πρεσβύτερων, σκαλισμένες με σχήματα κληματσίδων. Η Ογκιρανή στο κέντρο του βάθρου καθόταν σε μια καρέκλα βαλμένη λιγάκι ψηλότερα από τις άλλες, στις οποίες κάθονταν τρεις γενειοφόροι άνδρες στα δεξιά της, φορώντας μακριά πανωφόρια που φάρδαιναν στο τελείωμα, και τρεις γυναίκες στα αριστερά της με φορέματα σαν το δικό της, κεντημένα με κληματσίδες και λουλούδια από το γιακά ως τον ποδόγυρο. Όλοι είχαν γερασμένα πρόσωπα και κατάλευκα μαλλιά, όπως ήταν ακόμα και οι τούφες των αυτιών τους, και έδιναν εντύπωση σοβαρότητας και αξιοπρέπειας.
Ο Χούριν στάθηκε χαζεύοντάς τους απροκάλυπτα, και ο Ραντ επίσης παραλίγο θα έκανε το ίδιο. Ούτε ακόμα και η Βέριν δεν έδειχνε τη σοφία που υπήρχε στα πελώρια μάτια των Πρεσβυτέρων, ούτε και η Μοργκέις, με το στέμμα της την εξουσία της. Ο Ίνγκταρ ήταν ο πρώτος που υποκλίθηκε, με τόση επισημότητα που ο Ραντ δεν είχε ξαναδεί εκ μέρους του, ενώ οι άλλοι ακόμα στέκονταν μαρμαρωμένοι.
«Είμαι η Άλαρ», είπε η Ογκιρανή από την ψηλότερη καρέκλα, όταν τελικά είχαν όλοι καθίσει πλάι στη Βέριν. «Πρεσβύτερη των Πρεσβυτέρων του Στέντιγκ Τσόφου. Η Βέριν μας είπε ότι είναι ανάγκη να χρησιμοποιήσετε την Πύλη που είναι εδώ. Είναι πραγματικά μεγάλη ανάγκη να ξαναπάρετε το Κέρας του Βαλίρ από τους Σκοτεινόφιλους, αλλά δεν έχουμε επιτρέψει σε κανέναν να ταξιδέψει στις Οδούς εδώ και εκατό χρόνια. Ούτε εμείς, ούτε οι Πρεσβύτεροι κανενός άλλου στέντιγκ».
«Θα βρω το Κέρας», είπε θυμωμένα ο Ίνγκταρ. «Πρέπει. Αν δεν μας αφήσετε να χρησιμοποιήσουμε τις Οδούς...» Σιώπησε όταν τον κοίταζε η Βέριν, αλλά η βλοσυρή έκφραση έμεινε στο πρόσωπο του.
Η Άλαρ χαμογέλασε. «Μην βιάζεσαι τόσο, Σιναρανέ. Εσείς οι άνθρωποι ποτέ δεν αφιερώνετε λίγο χρόνο να σκεφτείτε. Οι μόνες σίγουρες αποφάσεις είναι εκείνες που λαμβάνονται με γαλήνη». Το χαμόγελό της σοβάρεψε, αλλά η φωνή της διατήρησε την ίδια μετρημένη ηρεμία. «Οι κίνδυνοι των Οδών δεν αντιμετωπίζονται με ένα σπαθί στο χέρι, δεν είναι Αελίτες που εφορμούν, ή Τρόλοκ που μαίνονται. Πρέπει να σας πω ότι, αν μπείτε στις Οδούς, ρισκάρετε όχι μόνο το θάνατο και την τρέλα, αλλά ακόμα και τις ψυχές σας».
«Έχουμε δει το Μάτσιν Σιν», είπε ο Ραντ, και ο Ματ και ο Πέριν συμφώνησαν. Δεν μπόρεσαν να δείξουν ενθουσιασμό για να το ενδεχόμενο το ξανακάνουν.
«Θα ακολουθήσω το Κέρας ως το ίδιο το Σάγιολ Γκουλ, αν χρειαστεί», είπε κατηγορηματικά ο Ίνγκταρ. Ο Χούριν ένευσε, σαν να ίσχυαν και γι’ αυτόν τα λόγια του Ίνγκταρ.
«Φέρτε τον Τράγιαλ», διέταζε η Άλαρ, και ο Τζούιν, ο οποίος είχε μείνει κοντά στην πόρτα, υποκλίθηκε κι έφευγε. «Δεν φτάνει να ακούσετε τι συνέβη», είπε στην Βέριν. «Πρέπει να το δείτε, να το νιώσετε στην καρδιά σας».
Έπεσε μια αμήχανη σιωπή μέχρι να γυρίσει ο Τζούιν, κι έγινε ακόμα πιο αμήχανη όταν τον ακολούθησαν δυο γυναίκες, οδηγώντας έναν μαυρογένη Ογκιρανό, μεσήλικα, ο οποίος περπατούσε δίπλα τους σκοντάφτοντας, σα να μην ήξερε πώς να πατήσει τα πόδια του. Το πρόσωπο του ήταν κρεμασμένο χωρίς καμία έκφραση, τα μάτια του άδεια χωρίς να βλεφαρίζουν, και δεν έμοιαζαν ούτε να ατενίζουν απλανώς, ούτε να κοιτάζουν, ούτε καν να βλέπουν. Μια γυναίκα σκούπισε απαλά τα σάλια που είχαν μαζευτεί στην άκρη του στόματός του. Τον έπιασαν από τα μπράτσα για να τον σταματήσουν· το πόδι του συνέχισε μπροστά, δίστασε, και μετά έπεσε πίσω μ’ ένα γδούπο. Φαινόταν να του αρκεί εξίσου να στέκεται όρθιος όσο και να περπατά, ή τουλάχιστον αδιαφορούσε εξίσου.
«Ο Τράγιαλ ήταν ένας από τους τελευταίους ανάμεσα μας που πήγε στις Οδούς», είπε με απαλή φωνή η Άλαρ. «Βγήκε όπως τον βλέπετε. Θα τον αγγίξεις, Βέριν;»