«Μου το έδωσε η Έριθ». Ο Λόιαλ παρακολουθούσε τα κίτρινα πέταλα που στριφογύριζαν. «Είναι στ’ αλήθεια όμορφη, έστω κι αν ο Ματ δεν το βλέπει».
«Αυτό σημαίνει ότι δεν θέλεις πια να έρθεις μαζί μας;»
Ο Λόιαλ τινάχτηκε. «Τι; Α, όχι. Εννοώ, ναι. Θέλω να έρθω. Απλώς μου έδωσε ένα λουλούδι. Μόνο ένα λουλούδι». Όμως έβγαλε ένα βιβλίο από την τσέπη του και έβαλε το λουλούδι ανάμεσα στο εξώφυλλο και την πρώτη σελίδα. Καθώς ξανάβαζε το βιβλίο στην τσέπη, μουρμούρισε, τόσο χαμηλόφωνα, που ο Ραντ μόλις που τον άκουσε, «Και είπε ότι είμαι χαριτωμένος». Ο Ματ άφησε ένα βραχνό γέλιο και διπλώθηκε στα δύο, πιάνοντας τα πλευρά του, και τα μάγουλα του Λόιαλ κοκκίνισαν. «Ε... αυτή το είπε. Όχι εγώ».
Ο Πέριν χτύπησε τον Ματ στην κορυφή του κεφαλιού με τις αρθρώσεις των δαχτύλων του. «Καμία ποτέ δεν είπε ότι ο Ματ είναι χαριτωμένος. Απλώς ζηλεύει».
«Αυτό δεν είναι αλήθεια», είπε ο Ματ, και ίσιωσε απότομα το κορμί του. «Η Νεύσα Αγιέλιν με βρίσκει χαριτωμένο. Μου το έχει πει αρκετές φορές».
«Είναι ωραία η Νεύσα;» ρώτησε ο Λόιαλ.
«Το πρόσωπο της θυμίζει κατσίκα», είπε ανέκφραστα ο Πέριν. Ο Ματ παραλίγο θα πνιγόταν, καθώς προσπαθούσε να το αρνηθεί.
Ο Ραντ άθελά του χαμογέλασε. Η Νεύσα Αγιέλιν ήταν όμορφη, σχεδόν όσο και η Εγκουέν. Και αυτή η σκηνή έμοιαζε σαν τον παλιό καιρό, σχεδόν σαν να ήταν στο χωριό, με το κουβεντολόι τους, χωρίς να έχουν την παραμικρή έγνοια στον κόσμο, εκτός από τα γέλια και τα πειράγματα μεταξύ τους.
Καθώς διέσχιζαν το χωριό, οι Ογκιρανοί χαιρετούσαν την Πρεσβύτερη, με υποκλίσεις και γονυκλισίες, κοιτάζοντας τους ανθρώπους επισκέπτες με ενδιαφέρον. Η τεταμένη έκφραση της Άλαρ, όμως, τους εμπόδιζε να πλησιάσουν. Το μόνο που έδειχνε ότι είχαν φύγει από το χωριό ήταν η απουσία των λοφίσκων· υπήρχαν ακόμα Ογκιρανοί τριγύρω, εξετάζοντας τα δέντρα, δουλεύοντας με πίσσα και πριόνι ή τσεκούρι όπου υπήρχαν νεκρά δένδρα, ή όπου κάποιο δένδρο χρειαζόταν περισσότερο φως. Έκαναν κάθε δουλειά με τρυφερότητα.
Τους πλησίασε ο Τζούιν, φέρνοντας τα άλογά τους, και ο Χούριν ήρθε καβάλα μαζί με τον Ούνο και τους άλλους στρατιώτες και τα φορτωμένα υποζύγια, λίγο πριν πει η Άλαρ, δείχνοντάς τους, «Είναι προς τα κει». Οι συζητήσεις έσβησαν.
Ο Ραντ ένιωσε έκπληξη για μια στιγμή. Η Πύλη έπρεπε να είναι Έξω από το στέντιγκ. —οι Οδοί είχαν γεννηθεί με τη Μία Δύναμη, δεν θα μπορούσαν να τους φτιάξουν μέσα— αλλά τίποτα δεν είχε δείξει πότε είχαν περάσει τα όρια. Και μετά κατάλαβε ότι υπήρχε διαφορά· η αίσθηση ότι είχε χάσει κάτι, που ένιωθε από τη στιγμή που είχε μπει στο στέντιγκ, είχε φύγει. Αυτό τον έκανε να νιώσει πάλι παγωνιά. Το σαϊντίν ήταν ακόμα εκεί. Τον περίμενε.
Με την Άλαρ μπροστά, πέρασαν δίπλα από μια μεγάλη βαλανιδιά, και εκεί, σ’ ένα μικρό ξέφωτο, στεκόταν η μεγάλη στήλη της Πύλης, με την πρόσοψη σμιλεμένη, γεμάτη σφιχτοπλεγμένα κλήματα, και φύλλα από εκατό διαφορετικά φυτά. Στην άκρη του ξέφωτου, οι Ογκιρανοί είχαν χτίσει ένα χαμηλό πέτρινο τοίχο, που έμοιαζε να είχε φυτρώσει εκεί, μοιάζοντας σαν κύκλος από φυτά. Η εμφάνιση του έκανε τον Ραντ να νιώσει άσχημα. Μετά από λίγο κατάλαβε ότι τα φυτά στα οποία παρέπεμπε ήταν βάτες και ρείκια, δίκταμα και κοντοβελανιδιές. Δεν ήταν φυτά στα οποία θα ήθελε να πέσει κανείς.
Η Πρεσβύτερη σταμάτησε λίγο πριν το πεζούλι. «Ο τοίχος αυτός έχει σκοπό να προειδοποιήσει όποιον έρθει εδώ. Όχι ότι ερχόμαστε πολλοί. Εγώ προσωπικά δεν θα τον περάσω. Εσείς όμως έχετε την άδεια». Ο Τζούιν δεν πλησίασε τον τοίχο όσο αυτή· έμεινε πιο πίσω και έτριβε τα χέρια στο μπροστινό μέρος του πανωφοριού του, χωρίς να κοιτάζει την Πύλη.
«Σε ευχαριστώ», είπε η Βέριν. «Είναι μεγάλη η ανάγκη, αλλιώς δεν θα το ζητούσα».
Ο Ραντ σφίχτηκε, καθώς η Άες Σεντάι δρασκέλιζε το τοιχάκι και πλησίαζε την Πύλη. Ο Λόιαλ πήρε μια βαθιά ανάσα, μουρμουρίζοντας μόνος του. Ο Ούνο και οι άλλοι στρατιώτες ανακάθισαν στις σέλες τους και χαλάρωσαν τα σπαθιά στις θήκες τους. Στις Οδούς δεν υπήρχε τίποτα που να αντιμετωπίζεται με σπαθί, αλλά ήταν μια κίνηση για να πειστούν ότι ήταν έτοιμοι. Μόνο ο Ίνγκταρ και η Άες Σεντάι φαίνονταν ατάραχοι· ακόμα και η Άλαρ έσφιγγε τη φούστα της και με τα δύο χέρια.
Η Βέριν τράβηξε το φύλλο του Αβεντεσόρα, και ο Ραντ όρμηξε μπροστά. Ένιωθε την παρόρμηση να περιβληθεί το κενό, για να είναι εκεί που θα μπορούσε να απλώσει στο κενό, αν χρειαζόταν.
Η βλάστηση στην πρόσοψη της Πύλης σάλεψε, σαν να φυσούσε αύρα που δεν την ένιωθε κανείς, τα φύλλα πετάρισαν, καθώς άνοιγε ένα χάσμα στο κέντρο της μάζας, και τα δύο μισά της άρχισαν να ανοίγουν προς τα έξω.
Ο Ραντ κοίταξε την πρώτη χαραμάδα. Δεν υπήρχε η θαμπή, ασημόχρωμη αντανάκλαση πίσω, μόνο μαυρίλα, πιο μαύρη κι από κατράμι. «Κλείστε την!» φώναξε. «Ο Μαύρος Άνεμος! Κλείστε την!»