Выбрать главу

Η Βέριν έριξε μια ξαφνιασμένη ματιά και έχωσε το τρίλοβο φύλλο ανάμεσα στην ποικιλία των φύλλων που ήταν ήδη εκεί· έμεινε εκεί, όταν τράβηξε το χέρι της και οπισθοχώρησε προς το τοιχάκι. Μόλις το φύλλο του Αβεντεσόρα βρέθηκε πάλι στη θέση του, η Πύλη άρχισε την ίδια στιγμή να κλείνει. Η χαραμάδα εξαφανίστηκε, τα κλήματα και τα φύλλα ενώθηκαν, κρύβοντας τη μαυρίλα του Μάτσιν Σιν, και η Πύλη ήταν πάλι απλώς πέτρα, αν και πέτρα που ήταν σμιλεμένη σε τόσο αληθοφανή ομοίωση ζωής, που δύσκολα θα το πίστευε κανείς.

Η Άλαρ άφησε την ανάσα της να βγει μ’ ένα τρέμουλο. «Μάτσιν Σιν. Λίγο έλειψε».

«Δεν προσπάθησε να βγει έξω», είπε ο Ραντ. Ο Τζούιν έβγαλε έναν πνιχτό, γαργαριστό ήχο.

«Σου είπα», είπε η Βέριν, «ο Μαύρος Άνεμος είναι πλάσμα των Οδών. Δεν μπορεί να τις αφήσει». Φαινόταν γαλήνια, αλλά σκούπιζε τα χέρια της στη φούστα της. Ο Ραντ άνοιξε το στόμα, και μετά το ξανάκλεισε χωρίς να συνεχίσει. «Αλλά όμως», είπε η Βέριν, «απορώ με την παρουσία του εδώ. Πρώτα στην Καιρχίν, ύστερα εδώ. Απορώ». Έριξε μια λοξή ματιά στον Ραντ, που τον έκανε να τιναχτεί. Η ματιά ήταν τόσο φευγαλέα, που ο Ραντ ήταν σίγουρος ότι δεν την είχε προσέξει άλλος, όμως του ίδιου του είχε φανεί πως η Βέριν τον συνέδεε με το Μαύρο Άνεμο.

«Δεν ξανάκουσα τέτοιο πράγμα», είπε αργά η Άλαρ, «το Μάτσιν Σιν να περιμένει στο άνοιγμα της Πύλης. Πάντα περιπλανιόταν στις Οδούς. Αλλά έχει περάσει καιρός, και ίσως ο Μαύρος Άνεμος πεινάει, και ελπίζει να πιάσει κάποιον ανυποψίαστο που μπαίνει από εκεί. Βέριν, είναι σίγουρο ότι δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις αυτή την Πύλη. Πάντως, όσο μεγάλη κι αν είναι η ανάγκη, δεν μπορώ να πω ότι λυπάμαι. Οι Οδοί τώρα ανήκουν στη Σκιά».

Ο Ραντ κοίταξε συνοφρυωμένος την Πύλη. Μήπως με ακολουθεί; Υπήρχαν τόσα ερωτήματα. Άραγε ο Φάιν με κάποιον τρόπο είχε δώσει διαταγές στον Μαύρο Άνεμο; Η Βέριν είχε πει ότι αυτό δεν γινόταν. Και γιατί άραγε ο Φάιν πρώτα Θα απαιτούσε να τον ακολουθήσει και μετά θα προσπαθούσε να τον εμποδίσει; Το μόνο που ήξερε ήταν ότι πίστευε το μήνυμα. Έπρεπε να πάει στο Τόμαν Χεντ. Ακόμα κι αν την άλλη μέρα έβρισκαν το Κέρας του Βαλίρ και το εγχειρίδιο του Ματ κάτω από ένα θάμνο, αυτός θα έπρεπε να πάει.

Η Βέριν στεκόταν με το βλέμμα απλανές, χαμένη στις σκέψεις της. Ο Ματ καθόταν στο τοιχάκι κρατώντας το κεφάλι του, και ο Πέριν τον παρακολουθούσε ανήσυχος. Ο Λόιαλ έμοιαζε να νιώθει ανακούφιση, που δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την Πύλη, και ντροπή, επειδή ένιωθε ανακούφιση.

«Τελειώσαμε από δω», ανακοίνωσε ο Ίνγκταρ. «Βέριν Σεντάι, σε ακολούθησα παρά την κρίση μου, αλλά δεν μπορώ να σε ακολουθήσω άλλο πια. Σκοπεύω να επιστρέψω στην Καιρχίν. Ο Μπαρτέηνς ξέρει πού πήγαν οι Σκοτεινόφιλοι, και, με κάποιον τρόπο, θα τον αναγκάσω να μου πει».

«Ο Φάιν πήγε στο Τόμαν Χεντ», είπε ο Ραντ κουρασμένα. «Κι εκεί που πήγε, είναι και το Κέρας, και το εγχειρίδιο».

«Φαντάζομαι...» Ο Πέριν σήκωσε τους ώμους απρόθυμα. «Φαντάζομαι πως θα μπορούσαμε να δοκιμάσουμε άλλη Πύλη. Σε άλλο στέντιγκ;»

Ο Λόιαλ έτριψε το πηγούνι του και μίλησε γοργά, σαν να ήθελε να επανορθώσει για την ανακούφιση που είχε νιώσει με την αποτυχία τους. «Το Στέντιγκ Καντουάν βρίσκεται λίγο πάνω από τον Ποταμό Ιράλελ, και το Στέντιγκ Ταϊτζίγκ είναι ανατολικά του, προς τη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου. Αλλά η Πύλη στο Κάεμλυν, όπου υπήρχε το άλσος, είναι πιο κοντινή, και η πύλη στο άλσος της Ταρ Βάλον είναι η κοντινότερη».

«Όποια Πύλη κι αν δοκιμάσουμε», είπε αφηρημένα η Βέριν, «φοβάμαι ότι κι εκεί δα βρούμε να μας περιμένει το Μάτσιν Σιν». Η Άλαρ της έριξε μια ερωτηματική ματιά, αλλά η Άες Σεντάι δεν είπε τίποτα παραπάνω στους άλλους. Αντίθετα, άρχισε να μουρμουρίζει, κουνώντας το κεφάλι σαν να καυγάδιζε μόνη της.

«Αυτό που χρειαζόμαστε», είπε ταπεινά ο Χούριν, «είναι μια από κείνες τις Διαβατικές Λίθους». Κοίταξε την Άλαρ, και μετά τη Βέριν, και βλέποντας ότι καμιά από τις δυο τους δεν του είπε να σταματήσει, συνέχισε, μιλώντας με ολοένα και μεγαλύτερη σιγουριά. «Η Αρχόντισσα Σελήνη είπε ότι οι παλιές Άες Σεντάι είχαν μελετήσει εκείνους τους κόσμους, και γι’ αυτό ήξεραν πώς να φτιάξουν τις Οδούς. Και το μέρος που ήμασταν... να, κάναμε μονάχα δυο μέρες —λιγότερο· για να ταξιδέψουμε εκατό λεύγες. Αν μπορούσαμε να βρούμε Διαβατική Πέτρα για να πάμε σε κείνον τον κόσμο, θα θέλαμε, το πολύ, μια-δυο βδομάδες για να φτάσουμε στον Ωκεανό Άρυθ, και θα ξαναγυρνούσαμε ακριβώς στο Τόμαν Χεντ. Μπορεί να μην είναι τόσο γρήγορα όσο οι Οδοί, αλλά είναι πολύ πιο γρήγορα από το να πάμε καβάλα. Τι λες, Άρχοντα Ίνγκταρ; Άρχοντα Ραντ;»