Выбрать главу

Ο Ραντ στάθηκε κοιτάζοντας, κουνώντας το κεφάλι. «Ό,τι κι αν διαλέξω, μπορεί να μας σκοτώσω όλους».

«Δεν είσαι πρόθυμος να το ρισκάρεις; Για το Κέρας του Βαλίρ; Για τον Ματ;»

«Γιατί, είσαι εσύ τόσο πρόθυμη να το ρισκάρεις; Δεν ξέρω καν αν μπορώ. Δεν — δεν πετυχαίνει κάθε φορά που προσπαθώ». Ήξερε ότι κανείς δεν τους είχε πλησιάσει, αλλά όμως κοίταξε γύρω. Όλοι περίμεναν σ’ έναν χαλαρό κύκλο γύρω από τη Λίθο, περιμένοντας, όχι όμως αρκετά κοντά για να κρυφακούσουν. «Μερικές φορές το σαϊντίν απλώς είναι εκεί. Το νιώθω, αλλά δεν μπορώ να το αγγίξω. Και, ας πούμε ότι πετυχαίνει, τι θα γίνει αν μας πάω κάπου που δεν μπορούμε να ανασάνουμε; Τι θα γίνει ο Ματ; Ή το Κέρας;»

«Είσαι ο Ξαναγεννημένος Δράκοντας», είπε εκείνη χαμηλόφωνα. «Εντάξει, μπορείς να πεθάνεις, αλλά δεν νομίζω ότι το Σχήμα θα σε αφήσει να πεθάνεις χωρίς να έχει ξεμπερδέψει μαζί σου. Από την άλλη μεριά, τώρα η Σκιά πέφτει στο Σχήμα, και ποιος μπορεί να πει πώς θα επιδράσει στο υφαντό; Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να ακολουθήσεις το πεπρωμένο σου».

«Είμαι ο Ραντ αλ’Θορ», μούγκρισε αυτός. «Δεν είμαι ο Ξαναγεννημένος Δράκοντας. Δεν θα γίνω ψεύτικος Δράκοντας».

«Είσαι αυτό που είσαι. Θα διαλέξεις, ή θα στέκεσαι εδώ μέχρι να πεθάνει ο φίλος σου;»

Ο Ραντ άκουσε τα δόντια του να τρίζουν και ανάγκασε το στόμα του να χαλαρώσει. Μην μπορώντας να καταλάβει τα σύμβολα, δεν θα άλλαζε τίποτα αν ήταν όλα ολόιδια. Η γραφή θα μπορούσε να είναι πραγματικά ορνιθοσκαλίσματα. Κατέληξε σε ένα, μ’ ένα τόξο που έδειχνε προς τα αριστερά, επειδή προς τα κει βρισκόταν το Τόμαν Χεντ. Του ήρθε να γελάσει. Μια τόσο ασήμαντη λεπτομέρεια, για να στοιχηματίσει σ’ αυτήν τις ζωές τους.

«Πλησιάσει», διέταξε η Βέριν τους άλλους. «Καλύτερα να είστε κοντά». Την υπάκουσαν, με λίγο μόνο δισταγμό. «Είναι ώρα να αρχίσουμε», είπε, καθώς έρχονταν κοντύτερα.

Έριζε πίσω το μανδύα της και ακούμπησε τα χέρια της στη στήλη, αλλά ο Ραντ την είδε να τον παρακολουθεί με την άκρη του ματιού της. Άκουγε κάποιους να βήχουν νευρικά, να καθαρίζουν το λαιμό μ’ ένα ξερό βήξιμο, τον Ούνο να λέει μια βλαστήμια σε κάποιον άνδρα που δεν έλεγε να πλησιάσει, τον Ματ να δοκιμάζει ένα διστακτικό αστείο, τον Λόιαλ να ξεροκαταπίνει. Πήρε το κενό.

Τώρα πια ήταν τόσο εύκολο. Η φωτιά έκαψε το φόβο και το πάθος και χάθηκε, πριν καλά-καλά προλάβει να τη σχηματίσει.

Χάθηκε, αφήνοντας πίσω μόνο την αδειανοσύνη, και το αστραφτερό σαϊντίν, αρρωστημένο, προκλητικό, αναγουλιαστικό, πλανευτικό. Ο Ραντ... άπλωσε γι’ αυτό... και τον γέμισε, τον ζωντάνεψε. Δεν κούνησε ούτε έναν μυ του, αλλά ένιωθε σαν να έτρεμε από το ρεύμα της Μίας Δύναμης μέσα του. Το σύμβολο σχηματίστηκε μόνο του, ένα βέλος που τρυπούσε έναν κύκλο, πλέοντας μόλις πιο πέρα από το κενό, σκληρό, σαν το υλικό στο οποίο ήταν σκαλισμένο. Άφησε τη Μία Δύναμη να χυθεί στο σύμβολο, περνώντας από μέσα του.

Το σύμβολο λαμπύρισε, τρεμόπαιζε.

«Κάτι συμβαίνει», είπε η Βέριν. «Κάτι...»

Ο κόσμος τρεμόπαιξε.

Η σιδερένια κλειδαριά έπεσε και στριφογύρισε στο πάτωμα του αγροτόσπιτο, και ο Ραντ άφησε την καυτή τσαγιέρα να πέσει, καθώς μια πελώρια μορφή με κέρατα τράγου στο κεφάλι πρόβαλλε στην ανοιχτή πια πόρτα, με το σκοτάδι της Νύχτας του Χειμώνα πίσω της.

«Τρέξε!» φώναξε ο Ταμ. Το σπαθί του άστραψε και ο Τρόλοκ έπεσε, αλλά πέφτοντας άρπαξε τον Ταμ και τον τράβηξε κάτω.

Κι άλλοι χώθηκαν από την πόρτα, μορφές που φορούσαν μαύρες πανοπλίες με ελάσματα, με ανθρώπινα πρόσωπα που τα παραμόρφωναν μουσούδες και ράμφη και κέρατα, ενώ αλλόκοτα κυρτά σπαθιά κάρφωναν τον Ταμ που πάσχιζε να σηκωθεί, και πέλεκεις με αιχμές ανεβοκατέβαιναν, με το ατσάλι κόκκινο από το αίμα.

«Πατέρα!» ούρλιαξε ο Ραντ. Ξεθηκαρώνοντας το μαχαίρι που κρεμόταν στη ζώνη του, όρμηξε πάνω από το τραπέζι για να βοηθήσει τον πατέρα του, και ούρλιαξε ξανά με το πρώτο σπαθί που τον τρυπούσε στο στήθος.

Από το στόμα του ανάβλυσε αίμα, και μια φωνή ψιθύρισε στο αυτί του, Νίκησα πάλι, Λουζ Θέριν.

Τρεμοπαίξιμο.

Ο Ραντ πάλεψε να κρατήσει το σύμβολο, νιώθοντας αμυδρά τη φωνή της Βέριν. «...πάει...»

Η Δύναμη ήταν πλημμύρα.

Τρεμοπαίξιμο.

Ο Ραντ ήταν ευτυχισμένος όταν παντρεύτηκε την Εγκουέν, και προσπαθούσε να μην τον πιάνει η κακοκεφιά του, τις φορές εκείνες που σκεφτόταν πως έπρεπε να υπάρχει κάτι παραπάνω, κάτι διαφορετικό. Στους Δύο Ποταμούς έφταναν νέα από τον έξω κόσμο μαζί με τους πραματευτές, και τους εμπόρους που έρχονταν να αγοράσουν μαλλί και ταμπάκ, νέα που έλεγαν πάντα για καινούργιους μπελάδες, για πολέμους και ψεύτικους Δράκοντες παντού. Μια χρονιά δεν ήρθαν ούτε πραματευτές ούτε έμποροι, και, όταν ξανάρθαν την επόμενη, έφεραν τα μαντάτα πως είχαν ξανάρθει οι στρατιές του Άρτουρ του Γερακόφτερου, ή τουλάχιστον των επιγόνων του. Λεγόταν ότι τα παλιά έθνη είχαν καταρρεύσει, και οι καινούργιοι άρχοντες του κόσμου, που έριχναν στις μάχες Άες Σεντάι δεμένες με λουρί, είχαν γκρεμίσει το Λευκό Πύργο και είχαν ρίξει αλάτι εκεί που στεκόταν κάποτε η Ταρ Βάλον. Δεν υπήρχαν πια Άες Σεντάι.