Στους Δύο Ποταμούς αυτά δεν σήμαιναν τίποτα. Πάλι έπρεπε να σπέρνουν τη σοδειά, να κουρεύουν τα πρόβατα, να προσέχουν τα αρνιά. Ο Ταμ πρόλαβε να παίξει με εγγονούς κι εγγονές, πριν πάει κι αυτός να ανταμώσει τη γυναίκα του, και το παλιό αγροτόσπιτο άπλωσε καινούργια δωμάτια. Η Εγκουέν έγινε Σοφία, και οι πιο πολλοί έλεγαν ότι ήταν καλύτερη κι από την παλιά Σοφία, τη Νυνάβε αλ’Μεάρα. Κι ευτυχώς που ήταν καλύτερη, γιατί οι θεραπείες της, που έκαναν τέτοια θαύματα στους άλλους, μόλις που κατάφερναν να κρατούν τον Ραντ ζωντανό από την αρρώστια, που δεν έπαυε ποτέ να τον απειλεί. Η κακοκεφιά του χειροτέρευε, γίνονταν πιο απειλητική, και έλεγε οργισμένα ότι δεν προοριζόταν γι’ αυτό. Η Εγκουέν φοβόταν όταν είχε τα νεύρα του, επειδή, μερικές φορές, γινόταν παράξενα πράγματα όταν ο Ραντ λυσσούσε —καταιγίδες με αστραπές, που δεν τις είχε ακούσει να έρχονται, πυρκαγιές στο δάσος— αλλά τον αγαπούσε και τον βοηθούσε να μη χάσει τα λογικά του, αν και κάποιοι μουρμούριζαν ότι ο Ραντ αλ’Θορ ήταν τρελός κι επικίνδυνος.
Όταν η Εγκουέν πέθανε, ο Ραντ έμενε μόνος ατέλειωτες ώρες πλάι στον τάφο της, με τα δάκρυα να μουσκεύουν τη γκρίζα γενειάδα του. Η αρρώστιά του τον ξανάπιασε και το κορμί του άρχισε να λιώνει· έχασε τα δύο ακριανά δάχτυλα του δεξιού χεριού του και ένα από το αριστερό του, τα αυτιά του έμοιαζαν με πληγές, και ο κόσμος μουρμούριζε ότι μύριζε σαπίλα. Η δυσθυμία του χειροτέρεψε.
Αλλά, όταν ήρθαν τα φοβερά νέα, κανείς δεν αρνήθηκε να τον δεχθεί πλάι του. Οι Τρόλοκ και οι Ξέθωροι και πλάσματα αφάνταστα είχαν ξεχυθεί από τη Μάστιγα, και οι καινούργιοι αφέντες του κόσμου αναγκάζονταν να υποχωρήσουν, παρά τη δύναμη που είχαν. Έτσι ο Ραντ πήρε το τόξο που μόλις μπορούσε να κουμαντάρει με τα δάχτυλα που του είχαν μείνει, και βάδισε κουτσά μαζί με κείνους που προχωρούσαν βόρεια, προς τον Ποταμό Τάρεν, άνδρες από κάθε χωριό, φάρμα και γωνιά των Δύο Ποταμών, με τα τόξα, τα τσεκούρια, τις λόγχες για αγριόχοιρους και τα σπαθιά που είχαν βρει στις σοφίτες τους. Κι ο Ραντ, επίσης, φορούσε σπαθί, με έναν ερωδιό στη λεπίδα, που το είχε βρει μετά το θάνατο του Ταμ, αν και δεν ήξερε πώς να το κρατήσει. Ήρθαν και γυναίκες επίσης, σηκώνοντας στον ώμο ό,τι όπλα είχαν μπορέσει να βρουν, προελαύνοντας δίπλα στους άνδρες. Κάποιοι γελούσαν, λέγοντας ότι είχαν την παράξενη αίσθηση ότι όλα αυτά τα είχαν ξαναζήσει.
Και εκεί, στο Τάρεν, οι άνθρωποι των Δύο Ποταμών είχαν ανταμώσει τους εισβολείς, ατέλειωτες σειρές από Τρόλοκ, που τους οδηγούσαν εφιαλτικοί Ξέθωροι κάτω από ένα κατάμαυρο λάβαρο, που έμοιαζε να πίνει το φως. Ο Ραντ είδε το λάβαρο και νόμισε πως τον είχε ξαναπιάσει η τρέλα, επειδή του φάνηκε πως γι’ αυτό είχε γεννηθεί, για να πολεμήσει αυτό το λάβαρο. Έστειλε όλα τα βέλη του προς τα κει, όσο πιο ίσια μπορούσε με το ταλέντο του και το κενό, χωρίς να νοιάζεται για τους Τρόλοκ που περνούσαν το ποτάμι, ή για τους άνδρες και τις γυναίκες που πέθαιναν δεξιά κι αριστερά του. Ένας απ’ αυτούς τους Τρόλοκ τον κάρφωσε, και έτρεξε αλυχτώντας για αίμα πιο μέσα στους Δύο Ποταμούς. Αλλά, καθώς ο Ραντ κειτόταν στην όχθη του Τάρεν, κοιτάζοντας τον ουρανό που έμοιαζε να σκοτεινιάζει μεσημεριάτικα, με την ανάσα να έρχεται πιο αργή, άκουσε μια φωνή να λέει, Νίκησα πάλι, Λουζ Θέριν.
Τρεμοπαίξιμο.
Το βέλος και ο κύκλος παραμορφώθηκαν κι έγιναν παράλληλες κυματιστές γραμμές, και ο Ραντ πάσχισε να τα ξαναφέρει.
Η φωνή της Βέριν. «...στραβά. Κάτι...»
Η Δύναμη μαινόταν. Τρεμοπαίξιμο.
Ο Ταμ προσπάθησε να παρηγορήσει τον Ραντ, όταν η Εγκουέν αρρώστησε και πέθανε, μόλις μια βδομάδα πριν το γάμο τους. Το ίδιο και η Νυνάβε, αλλά ήταν κι αυτή συγκλονισμένη, μιας και, παρά τις γνώσεις της, δεν ήξερε από τι είχε πεθάνει η κοπέλα. Ο Ραντ καθόταν έξω από το σπίτι της Εγκουέν ενώ πέθαινε, και του φαινόταν σαν να μην υπήρχε μέρος στο Πεδίο του Έμοντ που να μην ακούγονται ακόμα οι κραυγές της. Ήξερε ότι δεν μπορούσε να μείνει άλλο εκεί. Ο Ταμ του έδωσε ένα σπαθί με το σήμα του ερωδιού στη λεπίδα και, παρ’ όλο που δεν εξήγησε πώς είχε τέτοιο πράγμα ένας βοσκός των Δύο Ποταμών, δίδαξε στον Ραντ πώς να το χρησιμοποιεί. Τη μέρα που ο Ραντ έφυγε, ο Ταμ του έδωσε ένα γράμμα, που, όπως είπε, ίσως βοηθούσε τον Ραντ να μπει στο στρατό του Ίλιαν, τον αγκάλιασε και του είπε, «Ποτέ δεν είχα άλλο γιο, και ποτέ δεν θέλησα άλλον. Γύρνα πίσω με γυναίκα, όπως έκανα κι εγώ, αν μπορείς, αγόρι μου, αλλά γύρνα πίσω, ό,τι κι αν γίνει».