Выбрать главу

Όμως του έκλεψαν τα λεφτά στο Μπάερλον, και τη συστατική επιστολή, και παραλίγο θα του έκλεβαν και το σπαθί, και γνώρισε μια γυναίκα ονόματι Μιν, που του είπε τόσο τρελά πράγματα, ώστε τελικά έφυγε από την πόλη για να γλιτώσει απ’ αυτήν. Τελικά οι περιπλανήσεις του τον έφεραν στο Κάεμλυν, κι εκεί η ικανότητά του στο σπαθί τον βοήθησε να κερδίσει μια θέση στους Φρουρούς της Βασίλισσας. Μερικές φορές τύχαινε να δει την Κόρη-Διάδοχο, την Ηλαίην, και τότε του έρχονταν αλλόκοτες σκέψεις, πως δεν έπρεπε να είναι έτσι τα πράγματα, ότι η ζωή του έπρεπε να έχει κάτι παραπάνω. Η Ηλαίην φυσικά δεν τον κοίταζε· είχε παντρευτεί έναν Δακρινό πρίγκιπα, αν και δεν φαινόταν ευτυχισμένη. Ο Ραντ ήταν μονάχα ένας στρατιώτης, που κάποτε ήταν βοσκός σε ένα χωριουδάκι τόσο μακριά, στα δυτικά σύνορα, που μονάχα γραμμές σ’ έναν χάρτη το κρατούσαν ακόμα στο Άντορ. Εκτός αυτού, είχε κακή φήμη, ότι ήταν άνθρωπος ευέξαπτος και βίαιος.

Μερικοί έλεγαν ότι ήταν τρελός, και σε φυσιολογικούς καιρούς ίσως ακόμα και η δεξιοτεχνία του στο σπαθί να μην τον κρατούσε στη Φρουρά, αλλά δεν ήταν φυσιολογικοί καιροί. Οι ψεύτικοι Δράκοντες ξεφύτρωναν σαν αγριόχορτα. Κάδε φορά που νικούσαν έναν, άλλοι δύο ξεπηδούσαν στη θέση του, ή τρεις, ώσπου όλα τα έθνη τα ρήμαζαν οι πόλεμοι. Και το άστρο του Ραντ ανέβαινε, επειδή είχε μάθει το μυστικό της τρέλας του, ένα μυστικό που ήξερε ότι έπρεπε να το φυλάξει καλά, κι αυτό έκανε. Μπορούσε να διαβιβάζει. Πάντα υπήρχαν μέρη και στιγμές σε μια μάχη που λίγη διαβίβαση, όχι τόση που να την προσέξει κανείς μέσα στη γενική σύγχυση, βοηθούσε στη νίκη. Μερικές φορές κατάφερνε να διαβιβάσει, άλλες όχι, αλλά συχνά το κατάφερνε. Ήξερε ότι ήταν τρελός, και δεν τον πείραζε, ούτε και κανέναν άλλον, επειδή είχαν ακουστεί τα νέα, ότι οι στρατιές του Άρτουρ του Γερακόφτερου είχαν επιστρέψει για να ξαναπάρουν τη χώρα.

Ο Ραντ είχε χίλιους άνδρες στις διαταγές του, όταν οι Φρουροί της Βασίλισσας πέρασαν τα Όρη της Ομίχλης —ούτε που σκέφτηκε να λοξοδρομήσει για να επισκεφθεί τους Δύο Ποταμούς· σπάνια σκεφτόταν πια τους Δύο Ποταμούς— και διοικούσε ακόμα τη Φρουρά, όταν τα τσακισμένα απομεινάρια εκείνου του σώματος οπισθοχωρούσαν στα βουνά. Απ’ τα σύνορα ως την καρδιά του Άντορ πολεμούσε και υποχωρούσε, ανάμεσα σε ορδές προσφύγων, ώσπου τελικά έφτασε στο Κάεμλυν. Πολλοί από τους ανθρώπους του Κάεμλυν είχαν ήδη διαφύγει, και πολλοί συμβούλευαν να υποχωρήσει κι άλλο ο στρατός, αλλά τώρα Βασίλισσα ήταν η Ηλαίην, η οποία ορκίστηκε να μην εγκαταλείψει ποτέ το Κάεμλυν. Η Ηλαίην απέφευγε να κοιτάζει το σημαδεμένο πρόσωπο του, γεμάτο ουλές πια από την αρρώστιά του, αλλά αυτός δεν την άφηνε, κι έτσι ό,τι απέμεινε από τους Φρουρούς της Βασίλισσας προετοιμάστηκε για να υπερασπιστεί τη Βασίλισσα, ενώ οι άνθρωποι της το έσκαζαν.

Η Δύναμη του ήρθε πάνω στη μάχη για το Κάεμλυν, κι ο Ραντ εξαπέλυσε αστραπές και φωτιά ανάμεσα στους εισβολείς και άνοιξε τη γη κάτω από τα πόδια τους, αλλά μαζί του ξανάρθε η αίσθηση ότι είχε γεννηθεί για κάτι άλλο. Ό,τι κι αν έκανε, ήταν τόσοι οι εισβολείς που δεν μπορούσε να τους σταματήσει, και είχαν κι αυτοί κάποιους με την ικανότητα να διαβιβάζουν. Στο τέλος, ένα αστροπελέκι έριξε τον Ραντ από το τείχος του Παλατιού, τσακισμένο, ματωμένο και καμένο, και καθώς η τελευταία ανάσα του έγδερνε το λαρύγγι του, άκουσε μια φωνή να ψιθυρίζει, Νίκησα πάλι, Λουζ Θέριν.

Τρεμοπαίξιμο.

Ο Ραντ πάσχισε να κρατήσει το κενό, καθώς αυτό σειόταν κάτω από τα συντριπτικά χτυπήματα του κόσμου που τρεμόπαιζε, να κρατήσει εκείνο το σύμβολο, καθώς χίλια άλλα ορμούσαν πάνω στην επιφάνεια του κενού. Πάλεψε να κρατήσει κάποιο σύμβολο, οποιοδήποτε.

«...πάει στραβά!» ούρλιαξε η Βέριν.

Η Δύναμη ήταν τα πάντα.

Τρεμοπαίξιμο. Τρεμοπαίξιμο. Τρεμοπαίξιμο. Τρεμοπαίξιμο.

Ήταν στρατιώτης. Ήταν βοσκός. Ήταν ζητιάνος και βασιλιάς. Ήταν αγρότης, βάρδος, ναύτης, μαραγκός. Γεννήθηκε, έζησε και πέθανε Αελίτης. Πέθανε τρελός, πέθανε σαπισμένος, πέθανε από αρρώστια, ατύχημα, γερατειά. Εκτελέστηκε, και μυριάδες ζητωκραύγασαν το θάνατό του. Αυτοανακηρύχθηκε Ξαναγεννημένος Δράκοντας και ύψωσε το λάβαρό του στον ουρανό· έτρεξε και κρύφτηκε μακριά από τη Δύναμη· έζησε και πέθανε χωρίς να ξέρει. Χρόνια απωθούσε την τρέλα και την αρρώστια· παραδόθηκε σ’ αυτές μέσα σε δυο χειμώνες. Κάποιες φορές ερχόταν η Μουαραίν και τον έπαιρνε από τους Δύο Ποταμούς, μόνο, ή με όσους φίλους είχαν επιζήσει από τη Νύχια του Χειμώνα· άλλες φορές η Μουαραίν δεν ερχόταν. Κάποιες φορές έρχονταν άλλες Άες Σεντάι γι’ αυτόν. Κάποιες φορές το Κόκκινο Άτζα. Η Εγκουέν τον παντρεύτηκε· η Εγκουέν, με αυστηρό πρόσωπο, με το οράριο της Έδρας της Άμερλιν, οδήγησε τις Άες Σεντάι που τον ειρήνεψαν· η Εγκουέν, με δάκρια στα μάτια, έχωσε το μαχαίρι στο στήθος του, κι αυτός πεθαίνοντας την ευχαρίστησε. Αγάπησε άλλες γυναίκες, παντρεύτηκε άλλες γυναίκες, Την Ηλαίην, και τη Μιν, και μια ξανθιά κόρη αγρότη, που την είχε συναντήσει στο δρόμο για το Κάεμλυν, και γυναίκες τις οποίες δεν είχε δει ποτέ πριν ζήσει εκείνες τις ζωές. Εκατό ζωές. Περισσότερες. Τόσες πολλές, αμέτρητες. Και στο τέλος κάθε ζωής, καθώς κειτόταν πεθαίνοντας, καθώς έπαιρνε την τελευταία ανάσα του, μια φωνή ψιθύριζε στο αυτί του. Νίκησα πάλι, Λουζ Θέριν.