Выбрать главу

Τρεμοπαίξιμο τρεμοπαίξιμο τρεμοπαίξιμο τρεμοπαίξιμο τρεμοπαίξιμο τρεμοπαίξιμο τρεμοπαίξιμο τρεμοπαίξιμο τρεμοπαίξιμο τρεμοπαίξιμο τρεμοπαίξιμο τρεμοπαίξιμο τρεμοπαίξιμο τρεμοπαίξιμο τρεμοπαίξιμο τρεμοπαίξιμο τρεμοπαίξιμο.

Το κενό εξαφανίστηκε, η επαφή με το σαϊντίν χάθηκε, και ο Ραντ έπεσε με πάταγο, που θα του έκοβε την ανάσα, αν δεν ένιωθε ήδη μουδιασμένος ολόκληρος. Αισθάνθηκε τραχιά πέτρα κάτω από το μάγουλο και τα χέρια του. Ήταν κρύα.

Κατάλαβε τη Βέριν, που πάλευε ανάσκελα να γυρίσει και να σταθεί σε χέρια και πόδια. Άκουσε κάποιον να κάνει εμετό, και σήκωσε το κεφάλι. Ο Ούνο ήταν γονατισμένος στο χώμα και σκούπιζε το στόμα του με τη ράχη του χεριού του. Όλοι ήταν πεσμένοι και τα άλογα στέκονταν με τα πόδια να τρέμουν αλύγιστα, με τα μάτια έκπληκτα να κοιτάζουν πέρα-δώθε. Ο Ίνγκταρ είχε βγάλει το σπαθί και έσφιγγε τη λαβή τόσο δυνατά, που η λεπίδα τρανταζόταν, και κοίταζε στο κενό. Ο Λόιαλ καθόταν μισοριγμένος στο χώμα, ζαλισμένος, με τα μάτια ορθάνοιχτα. Ο Ματ ήταν κουλουριασμένος σαν μπάλα, με τα χέρια στο κεφάλι, και ο Πέριν είχε τα δάχτυλα χωμένα στο πρόσωπο, σαν να ήθελε να βγάλει αυτά που είχε δει, ή ίσως να βγάλει τα μάτια που τα είχαν δει. Και οι στρατιώτες ήταν στην ίδια θέση. Ο Μασέμα έκλαιγε μπροστά σε όλους, με δάκρια να κυλούν στο πρόσωπό του, και ο Χούριν κοίταζε γύρω του, σαν να έψαχνε από πού να το σκάσει.

«Τι...;» Ο Ραντ σταμάτησε για να καταπιεί. Κειτόταν πάνω σε μια τραχιά, φθαρμένη από τον καιρό πέτρα, μισοθαμμένη στο χώμα. «Τι έγινε;»

«Ένα ξέσπασμα της Μίας Δύναμης». Η Άες Σεντάι στάθηκε στα πόδια της, που με δυσκολία την κράτησαν, και κουκουλώθηκε με το μανδύα της ριγώντας. «Ήταν σαν να μας πίεζε... να μας ανάγκαζε... Έμοιαζε να έρχεται από το πουθενά. Πρέπει να μάθεις να την ελέγχεις. Πρέπει! Τόση Δύναμη μπορεί να σε κάνει κάρβουνο».

«Βέριν, εγώ... Έζησα... ήμουν...» Κατάλαβε ότι η πέτρα από κάτω του ήταν στρογγυλεμένη. Η Διαβατική Λίθος. Βιαστικά, τρέμοντας, σηκώθηκε όρθιος. «Βέριν, έζησα και πέθανα, δεν ξέρω πόσες φορές. Κάθε φορά ήταν αλλιώτικη αλλά ήμουν εγώ. Ήμουν εγώ».

«Οι Γραμμές που ενώνουν τους Κόσμους που θα Μπορούσαν να Είχαν Υπάρξει, που τις άπλωσαν εκείνοι που γνώριζαν τους Αριθμούς του Χάους». Η Βέριν ανατρίχιασε· έμοιαζε να μονολογεί. «Δεν έχω ακούσει τίποτα γι’ αυτό, αλλά δεν υπάρχει λόγος που δεν γεννηθήκαμε σε κείνους τους κόσμους, αλλά οι ζωές που ζήσαμε θα ήταν διαφορετικές ζωές. Φυσικά. Διαφορετικές ζωές για τα διαφορετικά πράγματα που θα μπορούσαν να είχαν συμβεί».

«Αυτό έγινε; Είδα... είδαμε... πώς θα μπορούσαν να ήταν οι ζωές μας;» Νίκησα πάλι, Λουζ Θέριν. Όχι! Είμαι ο Ραντ αλ’Θορ!

Η Βέριν κούνησε δυνατά το κεφάλι και τον κοίταξε. «Σε ξαφνιάζει που η ζωή σου ίσως θα ήταν διαφορετική, αν έκανες διαφορετικές επιλογές, ή αν σου συνέβαιναν διαφορετικά πράγματα; Αν και δεν είχα φανταστεί ότι εγώ — Τέλος πάντων. Το σημαντικό είναι ότι είμαστε εδώ. Αν και όχι όπως το ελπίζαμε».

«Πού είμαστε;» ζήτησε να μάθει αυτός. Τα δάση του Στέντιγκ Τσόφου είχαν αντικατασταθεί από μια πλατιά έκταση γης με ήπιες χαμηλές πλαγιές. Στα δυτικά, όχι πολύ μακριά, έμοιαζε να υπάρχει ένα δάσος και μερικοί λόφοι. Κόντευε μεσημέρι, όταν είχαν μαζευτεί γύρω από τη Λίθο στο στέντιγκ, αλλά εδώ ο ήλιος έστεκε χαμηλά στον γκρίζο ουρανό κι έμοιαζε απόγευμα. Τα λιγοστά δένδρα εκεί κοντά είχαν τα κλαριά γυμνά, ή το πολύ μερικά φύλλα με λαμπερά χρώματα. Ένας κρύος αέρας φυσούσε από τα ανατολικά, παρασέρνοντας τα πεσμένα φύλλα.

«Στο Τόμαν Χεντ», είπε η Βέριν. «Αυτή είναι η Λίθος που επισκέφθηκα. Δεν έπρεπε να μας φέρεις κατευθείαν εδώ. Λεν ξέρω τι πήγε στραβά —δεν φαντάζομαι να μάθω ποτέ— αλλά, βλέποντας τα δέντρα, θα ’λεγα ότι είναι προχωρημένο φθινόπωρο. Ραντ, δεν κερδίσαμε χρόνο έτσι. Χάσαμε χρόνο. Θα ’λεγα ότι χάσαμε το λιγότερο τέσσερις μήνες ερχόμενοι εδώ».