Выбрать главу

«Μα εγώ δεν—»

«Πρέπει να με αφήσεις να σε καθοδηγώ σ’ αυτά τα θέματα. Δεν μπορώ να σε διδάξω, αυτό είναι αλήθεια, αλλά, τουλάχιστον, ίσως μπορέσω να σε εμποδίσω να σκοτωθείς —και να σκοτώσεις και εμάς — χρησιμοποιώντας υπερβολική Δύναμη. Ακόμα κι αν δεν σκοτωθείς, αν ο Ξαναγεννημένος Δράκοντας κάψει την ικανότητά του ποιος θα αντιμετωπίσει τον Σκοτεινό;» Δεν περίμενε να ακούσει πάλι τις διαμαρτυρίες του, αλλά τον άφησε και πήγε στον Ίνγκταρ.

Ο Σιναρανός τινάχτηκε όταν τον άγγιξε στο μπράτσο, και την κοίταζε μ’ ένα τρελό βλέμμα. «Περπατώ στο Φως», είπε βραχνά. «Θα βρω το Κέρας του Βαλίρ και θα κατατροπώσω τη δύναμη του Σάγιολ Γκουλ. Έτσι θα γίνει!»

«Φυσικά», είπε εκείνη γλυκά. Πήρε το πρόσωπο του στα χέρια της, κι αυτός ανάσανε απότομα, καθώς συνερχόταν από αυτό που τον είχε πιάσει. Μόνο που στο βλέμμα του υπήρχαν ακόμα οι αναμνήσεις. «Έτσι», του είπε. «Αυτό αρκεί προς το παρόν. Να δω τι μπορώ να κάνω για τους άλλους. Ακόμα μπορούμε να ξαναβρούμε το Κέρας, αλλά ο δρόμος μας δεν έγινε ευκολότερος».

Ενώ η Βέριν πήγαινε στους άλλους, σταματώντας γοργά πλάι στον καθένα τους, ο Ραντ βρήκε τους φίλους του. Όταν προσπάθησε να σηκώσει τον Ματ, ο Ματ τινάχτηκε απότομα και στάθηκε κοιτάζοντάς τον, έπειτα άρπαζε το πανωφόρι του Ραντ και με τα δύο χέρια. «Ραντ, ποτέ δεν θα έλεγα σε κανέναν για — για σένα. Δεν θα σε πρόδιδα. Πρέπει να το πιστέψεις!» Έδειχνε να είναι χειρότερα από ποτέ, μα του Ραντ του φάνηκε πως ήταν κυρίως επειδή είχε τρομάξει.

«Ναι», είπε ο Ραντ. Αναρωτήθηκε τι ζωές είχε ζήσει ο Ματ, και τι είχε κάνει. Πρέπει να το είπε σε κάποιον, αλλιώς δεν Θα τον βασάνιζε τόσο. Λεν θα του κρατούσε κακία. Ήταν άλλοι, όχι ο ίδιος ο Ματ. Εκτός αυτού, μερικές δικές του εναλλακτικές ζωές που είχε δει... «Σε πιστεύω. Πέριν;»

Ο νεαρός με τα κατσαρά μαλλιά κατέβασε αναστενάζοντας τα χέρια από το πρόσωπο του. Κόκκινα σημάδια χάραζαν το μέτωπό και τα μάγουλά του, εκεί που είχαν σκάψει τα νύχια του. Τα κίτρινα μάπα έκρυβαν τις σκέψεις του. «Στην πραγματικότητα δεν έχουμε πολλές επιλογές, ε, Ραντ; Ό,τι και να συμβεί, ό,τι κι αν κάνουμε, μερικά πράγματα είναι σχεδόν πάντα τα ίδια». Στέναξε πάλι. «Πού είμαστε; είναι ένας από τους κόσμους που λέγατε εσύ και ο Χούριν;»

«Είναι το Τόμαν Χεντ», του είπε ο Ραντ. «Στον κόσμο μας. Τουλάχιστον έτσι λέει η Βέριν. Και είναι φθινόπωρο».

Ο Ματ ανησύχησε. «Μα πώς–; Όχι, δεν θέλω να μάθω πώς έγινε. Μα πώς θα βρούμε τώρα τον Φάιν και το εγχειρίδιο; Μπορεί τώρα πια να έχει πάει οπουδήποτε».

«Είναι εδώ», τον διαβεβαίωσε ο Ραντ. Έλπιζε να είχε δίκιο. Ο Φάιν είχε χρόνο για να πάρει πλοίο και να βρεθεί σε όποιο μέρος ήθελε. Προλάβαινε να πάει στο Πεδίο του Έμοντ. Ή στην Ταρ Βάλον. Σε παρακαλώ, Φως μου, ας μην βαρέθηκε να περιμένει. Αν έκανε κακό στην Εγκουέν, ή σε οποιονδήποτε στο Πεδίο του Έμοντ... Που να με κάψει το Φως, προσπάθησα να φτάσω έγκαιρα.

«Οι πόλεις του Τόμαν Χεντ είναι όλες δυτικά από δω», είπε με δυνατή φωνή η Βέριν για να την ακούσουν. Όλοι είχαν ξανασηκωθεί όρθιοι, με εξαίρεση τον Ραντ και τους δύο φίλους του· η Βέριν ήρθε και άγγιξε τον Ματ καθώς μιλούσε. «Εδώ έχει κυρίως χωριά. Αν θέλουμε να βρούμε τα ίχνη των Σκοτεινόφιλων, πρέπει να ξεκινήσουμε από τα δυτικά. Και νομίζω ότι δεν πρέπει να χάνουμε καθόλου χρόνο, μιας και είναι ακόμα μέρα».

Όταν ο Ματ ανοιγόκλεισε τα μάτια και σηκώθηκε —ακόμα φαινόταν άρρωστος, αλλά το βήμα του ήταν ζωηρό— η Βέριν ακούμπησε με τα χέρια της τον Πέριν. Όταν προσπάθησε να πλησιάσει τον Ραντ, αυτός έκανε πίσω.

«Μην είσαι βλάκας», του είπε.

«Δεν θέλω τη βοήθειά σου», της είπε χαμηλόφωνα. «Δεν θέλω τη βοήθεια καμιάς Άες Σεντάι».

Τα χείλη της συσπάστηκαν. «Όπως επιθυμείς».

Αμέσως ανέβηκαν στα άλογα και ξεκίνησαν προς τα δυτικά, αφήνοντας πίσω τη Διαβατική Λίθο. Κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε, και πολύ λιγότερο ο Ραντ. Φως μου, ας μην είναι πολύ αργά.

38

Εξάσκηση

Η Εγκουέν, καθισμένη σταυροπόδι στο κρεβάτι της και φορώντας ένα λευκό φόρεμα, έκανε τρεις μικρές μπάλες φωτός να υφαίνουν σχήματα πάνω από τα χέρια της. Κανονικά δεν έπρεπε να το κάνει χωρίς τουλάχιστον μια από τις Αποδεχθείσες για να την επιτηρούν, αλλά βέβαια η Νυνάβε, που βολτάριζε με άγριο βλέμμα μπροστά στο μικρό τζάκι, φορούσε το δαχτυλίδι με το Ερπετό που έδιναν στις Αποδεχθείσες, και το λευκό φόρεμά της είχε τους χρωματιστούς κύκλους στον ποδόγυρο, έστω κι αν δεν της επιτρεπόταν ακόμα να διδάξει. Και τις δεκατρείς βδομάδες που είχαν περάσει, η Εγκουέν είχε βρει ότι δεν μπορούσε να αντισταθεί. Τώρα ήξερε πόσο εύκολο ήταν να αγγίξει το σαϊντάρ. Πάντα το ένιωθε εκεί, να την περιμένει, σαν ευωδιά αρώματος ή αίσθηση μεταξιού, τραβώντας την, τραβώντας την. Κι όταν το άγγιζε, σπάνια άντεχε να μην διαβιβάσει, ή τουλάχιστον να μην προσπαθήσει. Σχεδόν τις μισές φορές αποτύχαινε, αλλά αυτό ήταν άλλο ένα κίνητρο για να συνεχίσει.