Выбрать главу

Συχνά τη φόβιζε. Τη φόβιζε το πόσο πολύ ήθελε να διαβιβάζει, και πόσο χλωμή και άχαρη ένιωθε όταν δεν διαβίβαζε, σε σύγκριση με την αίσθηση που είχε πριν. Ήθελε να το πιει όλο, παρά τις προειδοποιήσεις ότι θα καιγόταν, και αυτή η επιθυμία την τρόμαζε πιο πολύ απ’ όλα. Μερικές φορές ευχόταν να μην είχε έρθει ποτέ στην Ταρ Βάλον. Αλλά η τρομάρα που ένιωθε δεν την εμπόδιζε για πολύ, όπως δεν τη σταματούσε ούτε ο φόβος μήπως την έπιανε κάποια Άες Σεντάι, ή μια Αποδεχθείσα εκτός από τη Νυνάβε.

Εδώ όμως, στο δωμάτιό της, ήταν αρκετά ασφαλής. Εκεί ήταν και η Μιν, που καθόταν στο τρίποδο σκαμνί παρακολουθώντας την, αλλά τώρα γνώριζε τη Μιν αρκετά καλά και ήξερε ότι δεν θα την ανέφερε. Της φαινόταν πως ήταν τυχερή που είχε κάνει δύο καλές φίλες στην Ταρ Βάλον.

Ήταν ένα μικρό δωμάτιο δίχως παράθυρα, όπως τα δωμάτια όλων των μαθητευομένων. Η Νυνάβε είχε μόλις τρεις απλωσιές χώρο για περπάτημα μεταξύ των σοβατισμένων τοίχων· το δωμάτιο της Νυνάβε ήταν μεγαλύτερο, αλλά, εφόσον δεν είχε κάνει φίλες ανάμεσα στις άλλες Αποδεχθείσες, ερχόταν στο δωμάτιο της Εγκουέν όταν ήθελε να μιλήσει, ακόμα και τώρα που δεν είχε ανοίξει το στόμα της. Η φωτίτσα στο στενό τζάκι έδιωχνε το πρώτο κρύο του φθινοπώρου που πλησίαζε, αν και η Εγκουέν ήταν σίγουρη ότι το χειμώνα δεν θα ήταν αρκετή. Τα υπόλοιπα έπιπλα συμπλήρωνε ένα μικρό τραπεζάκι για μελέτη, και τα υπάρχοντα της Εγκουέν ήταν κρεμασμένα τακτικά σε μια σειρά από κρεμαστάρια στον τοίχο ή ακουμπισμένα στο ραφάκι πάνω από το τραπέζι. Οι μαθητευόμενες συνήθως είχαν τόσα να κάνουν που δεν περνούσαν πολύ χρόνο στα δωμάτιά τους, αλλά σήμερα ήταν αργία, μόλις η τρίτη από τότε που είχαν φτάσει η Εγκουέν και η Νυνάβε στο Λευκό Πύργο.

«Σήμερα η Έλσε σαλιάριζε με τον Γκάλαντ, που έκανε εξάσκηση με τους Πρόμαχους», είπε η Μιν, ισορροπώντας στα δύο πόδια του σκαμνιού.

Οι μικρές μπάλες τραντάχτηκαν για μια στιγμή πάνω από τα χέρια της Εγκουέν. «Ας κοιτάζει όποιον θέλει», είπε αδιάφορα η Εγκουέν. «Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να με νοιάζει».

«Δεν υπάρχει λόγος, φαντάζομαι. Είναι πολύ χαριτωμένος, αν δεν σε πειράζει που είναι τόσο τυπικός. Πολύ ωραίος στο βλέμμα, ειδικά χωρίς το πουκάμισο».

Οι μπάλες στριφογυρνούσαν λυσσασμένες. «Δεν έχω την παραμικρή επιθυμία να κοιτάξω τον Γκάλαντ, με ή χωρίς το πουκάμισό του».

«Δεν πρέπει να σε πειράζω», είπε η Μιν συντετριμμένη. «Λυπάμαι γι’ αυτό. Αλλά σου αρέσει να τον κοιτάζεις —μη μου κάνεις έτσι το στόμα— και το ίδιο κάνουν όλες οι γυναίκες στο Λευκό Πύργο εκτός από τις Κόκκινες. Είδα Άες Σεντάι, ειδικά τις Πράσινες, να και φαίνουν στο χώρο εξάσκησης, όταν ο Γκάλαντ εξασκείται στις στάσεις, Λένε ότι πάνε να δουν τους Προμάχους τους, αλλά εγώ δεν βλέπω τόσες όταν λείπει ο Γκάλαντ. Ακόμα και οι μαγείρισσες και οι καμαριέρες βγαίνουν να τον δουν».

Τα μπαλάκια πάγωσαν στη θέση τους, και η Εγκουέν στάθηκε για μια στιγμή κοιτάζοντάς τα. Εξαφανίστηκαν. Ξαφνικά χαχάνισε. «Στ’ αλήθεια είναι ομορφούλης, ε; Ακόμα κι όταν περπατά, μοιάζει να χορεύει». Τα μάγουλά της κοκκίνισαν. «Ξέρω ότι δεν πρέπει να τον κοιτάζω, αλλά δεν μπορώ».

«Κι εγώ το ίδιο», είπε η Μιν, «έστω κι αν βλέπω τι άνθρωπος είναι».

«Μα, αν είναι καλός—»

«Εγκουέν, ο Γκάλαντ είναι τόσο καλός, που σου ’ρχεται να ξεριζώσεις τα μαλλιά σου. Μπορεί να σε πληγώσει για να υπηρετήσει ένα ανώτερο καλό. Δεν θα πρόσεχε καν ότι σε είχε πληγώσει, επειδή θα είχε το νου του αλλού, αν όμως σε πρόσεχε, θα περίμενε να καταλάβεις, και να πεις ότι όλα είναι ωραία και καλά».

«Μάλλον εσύ ξέρεις», είπε η Εγκουέν. Είχε δει την ικανότητα της Μιν να βλέπει κάποιον άνθρωπο και να διαβάζει πάνω του πολλά και διάφορα· η Μιν δεν έλεγε πάντα ό,τι έβλεπε, και δεν τα έβλεπε όλα, αλλά η Εγκουέν μ’ όσα είχε ακούσει την πίστευε. Έριξε μια ματιά στη Νυνάβε —βολτάριζε ακόμα, μουρμουρίζοντας μόνη της— και μετά άπλωσε πάλι στο σαϊντάρ και ξανάρχισε να παίζει με τα μπαλάκια πετώντας τα τυχαία.

Η Μιν σήκωσε τους ώμους. «Άντε, να στο πω. Ούτε που πρόσεξε τι έκανε η Έλσε. Τη ρώτησε μήπως ήξερε αν θα έβγαινες για περίπατο στο Νότιο Κήπο μετά το δείπνο, αφού σήμερα είναι αργία. Τη λυπήθηκα».

«Η καημένη η Έλσε», μουρμούρισε η Εγκουέν, και οι μπάλες του φωτός ζωήρεψαν στα χέρια της. Η Μιν γέλασε.

Η πόρτα άνοιξε και ο άνεμος την έριζε με βρόντο στον τοίχο. Η Εγκουέν άφησε μια ψιλή τσιρίδα και εξαφάνισε τα μπαλάκια, προτού δει ότι ήταν μόνο η Ηλαίην.