Выбрать главу

Η χρυσομάλλα Κόρη-Διάδοχος του Άντορ έκλεισε την πόρτα και κρέμασε το μανδύα της. «Μόλις το έμαθα», είπε. «Οι φήμες έλεγαν αλήθεια. Ο Βασιλιάς Γκάλντριαν είναι νεκρός. Αυτό σημαίνει πόλεμο διαδοχής».

Η Μιν ξεφύσηξε. «Εμφύλιος πόλεμος. Πόλεμος διαδοχής. Πολλά χαζά ονόματα για το ίδιο χαζό πράγμα. Σε πειράζει να μην μιλήσουμε γι’ αυτό; Δεν ακούμε και τίποτα άλλο. Πόλεμος στην Καιρχίν. Πόλεμος στο Τόμαν Χεντ. Μπορεί να έπιασαν τον ψεύτικο Δράκοντα στη Σαλδαία, αλλά στο Δάκρυ πολεμούν ακόμα. Αλλά, βέβαια, τα πιο πολλά που λέγονται είναι διαδόσεις. Χτες άκουσα μια μαγείρισσα να λέει ότι είχε ακούσει ότι ο Άρτουρ ο Γερακόφτερος προελαύνει στο Τάντσικο. Ο Άρτουρ ο Γερακόφτερος!»

«Νόμιζα ότι δεν ήθελες να μιλήσουμε γι’ αυτά», είπε η Εγκουέν.

«Είδα τον Λογκαίν», είπε η Ηλαίην. «Καθόταν σ’ ένα παγκάκι στην Εσωτερική Αυλή, κλαίγοντας. Όταν με είδε έτρεξε να κρυφτεί. Τον λυπάμαι, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς».

«Καλύτερα να κλαίει αυτός παρά εμείς οι άλλοι, Ηλαίην», είπε η Μιν.

«Ξέρω τι είναι», είπε ήρεμα η Ηλαίην. «Ή μάλλον τι ήταν. Δεν είναι πια, και τον λυπάμαι».

Η Εγκουέν έγειρε στον τοίχο. Ραντ. Ο Λογκαίν πάντα την έκανε να θυμηθεί τον Ραντ. Είχε μήνες να τον ονειρευτεί, τουλάχιστον σε όνειρο σαν εκείνα που είχε δει στη Βασίλισσα του Ποταμού. Η Ανάγια ακόμα την έβαζε να γράφει ό,τι ονειρευόταν, και μετά τα έλεγχε για να δει αν υπήρχαν οιωνοί, ή σχέσεις με γεγονότα· αλλά δεν υπήρχε ποτέ τίποτα για τον Ραντ, παρά μόνο όνειρα που, όπως έλεγε η Ανάγια, σήμαιναν ότι της έλειπε. Κατά παράξενο τρόπο, η Εγκουέν ένιωθε σχεδόν σαν ο Ραντ να μην ήταν πια εκεί, σαν να είχε πάψει να υπάρχει, μαζί με τα όνειρά της, μερικές βδομάδες μετά την άφιξή της στο Λευκό Πύργο. Κι εγώ κάθομαι και σκέφτομαι πόσο ωραία περπατά ο Γκάλαντ, σκέφτηκε πικρά. Ο Ραντ πρέπει να είναι καλά. Αν τον είχαν πιάσει και τον είχαν ειρηνέψει, κάτι θα άκουγα.

Ένα ρίγος τη διέτρεξε, όπως γινόταν πάντα, όταν σκεφτόταν να ειρηνεύουν τον Ραντ, όταν τον σκεφτόταν να κλαίει και να θέλει να πεθάνει σαν τον Λογκαίν.

Η Ηλαίην κάθισε στο κρεβάτι δίπλα της κι έχωσε τα πόδια από κάτω της. «Εγκουέν, αν γλυκοκοιτάς τον Γκάλαντ, μην περιμένεις να σε λυπηθώ. Θα βάλω τη Νυνάβε να σε ποτίσει μ’ ένα απ’ αυτά τα φρικτά καταπότια που μας λέει». Κοίταξε συνοφρυωμένη τη Νυνάβε, που δεν είχε αντιληφθεί την είσοδο της. «Τι έπαθε; Μην μου πεις ότι κι αυτή αναστενάζει για τον Γκάλαντ!»

«Αν ήμουν στη θέση σου, δεν θα την ενοχλούσα». Η Μιν έγειρε προς το μέρος τους και χαμήλωσε τη φωνή της. «Εκείνη η κοκαλιάρα Αποδεχθείσα, η Ιρέλα, της είπε ότι ήταν άχαρη κι ατάλαντη σαν αγελάδα και η Νυνάβε την μπάτσισε στ’ αυτί». Η Ηλαίην μόρφασε. «Ακριβώς», μουρμούρισε η Μιν. «Στο πι και φι την ανέβασαν στο γραφείο της Σέριαμ, κι από τότε είναι ανυπόφορη».

Προφανώς η Μιν δεν είχε χαμηλώσει αρκετά τη φωνή της, γιατί ένα γρυλλητό ακούστηκε από την πλευρά της Νυνάβε. Ξαφνικά η πόρτα ξανάνοιξε απότομα και μια σπιλιάδα ανέμου φύσηξε ουρλιάζοντας στο δωμάτιο. Δεν άγγιξε καν τις κουβέρτες στο κρεβάτι της Εγκουέν, αλλά η Μιν και το σκαμνάκι αναποδογύρισαν και κύλησαν στον τοίχο. Ο άνεμος αμέσως καταλάγιασε και η Νυνάβε στάθηκε κοιτάζοντάς τις πανικόβλητη.

Η Εγκουέν έτρεξε στην πόρτα και κρυφοκοίταξε έξω. Ήταν μεσημέρι και ο ήλιος έκαιγε τα τελευταία απομεινάρια της χτεσινοβραδινής καταιγίδας. Το υγρό μπαλκόνι γύρω από την Αυλή των Μαθητευομένων ήταν άδειο, οι πόρτες των δωματίων των μαθητευομένων, που σχημάτιζαν μια μακριά σειρά, ήταν όλες κλειστές. Οι μαθητευόμενες, που είχαν εκμεταλλευτεί την αργία για να απολαύσουν τον κήπο, σίγουρα τώρα αναπλήρωναν τις χαμένες ώρες του ύπνου τους. Σίγουρα καμία δεν το είχε δει. Έκλεισε την πόρτα και ξανακάθισε πλάι στην Ηλαίην, ενώ η Νυνάβε βοηθούσε τη Μιν να σηκωθεί.

«Λυπάμαι, Μιν», είπε η Νυνάβε με πνιγμένη φωνή. «Μερικές φορές τα νεύρα μου... Δεν μπορώ να σου ζητήσω συγνώμη γι’ αυτό το πράγμα». Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Αν θέλεις να με αναφέρεις στη Σέριαμ, θα το καταλάβω. Μου αξίζει».

Η Εγκουέν ευχήθηκε να μην είχε ακούσει αυτή την παραδοχή· η Νυνάβε μερικές φορές θύμωνε με τέτοια πράγματα. Έψαξε να βρει κάτι άλλο να απορροφήσει την προσοχή της, ένιωσε ότι άγγιζε πάλι το σαϊντάρ, και άρχισε πάλι να παίζει με τα μπαλάκια. Η Ηλαίην δεν άργησε να μπει κι αυτή στο παιχνίδι. Η Εγκουέν είδε τη λάμψη να σχηματίζεται γύρω από την Κόρη-Διάδοχο πριν ακόμα εμφανιστούν στα χέρια της τρία μικρούλικα μπαλάκια. Άρχισαν να ανταλλάσσουν μεταξύ τους τις μικρές λαμπερές σφαίρες με επαναλαμβανόμενες κινήσεις, που γινόταν όλο και πιο πολύπλοκες. Μερικές φορές κάποιο μπαλάκι έσβηνε, καθώς η μια τους δεν κατάφερνε να το κρατήσει όπως ερχόταν στο μέρος της, και μετά ξανάναβε με κάπως διαφορετικό χρώμα ή μέγεθος.