Η Μία Δύναμη γέμιζε την Εγκουέν ζωή. Μπορούσε να μυρίσει το αχνό άρωμα τριαντάφυλλου από το σαπούνι που είχε χρησιμοποιήσει η Ηλαίην στο πρωινό μπάνιο της. Ένιωθε τον τραχύ σοβά των τοίχων, τις λείες πέτρες του πατώματος, όπως επίσης και το κρεβάτι στο οποίο καθόταν. Άκουγε τη Μιν και τη Νυνάβε να ανασαίνουν, και φυσικά τις λέξεις που έλεγαν χαμηλόφωνα.
«Αν είναι ζήτημα συγνώμης», είπε η Μιν, «τότε ίσως εσύ πρέπει να με συγχωρήσεις. Εσύ έχεις νεύρα, κι εγώ έχω μεγάλο στόμα. Θα σε συγχωρήσω, αν με συγχωρήσεις». Μουρμουρίζοντας «σε συγχωρώ», με τόνο που έμοιαζε ειλικρινής, οι δύο γυναίκες αγκαλιάστηκαν. «Αλλά, αν το ξανακάνεις», είπε η Μιν γελώντας, «ίσως σε μπατσίσω εγώ».
«Την άλλη φορά», απάντησε η Νυνάβε, «θα σου πετάξω κάτι». Κι αυτή γελούσε, αλλά το γέλιο της κόπηκε απότομα, όταν το βλέμμα της έπεσε στην Εγκουέν και την Ηλαίην. «Σταματήστε το εσείς οι δύο, αλλιώς όντως κάποια θα πάει στην Κυρά των Μαθητευομένων. Δύο κάποιες».
«Νυνάβε, δεν μπορείς!» διαμαρτυρήθηκε η Εγκουέν. Όταν όμως είδε το βλέμμα της Νυνάβε, έκοψε βιαστικά κάθε επαφή με το σαϊντάρ. «Πολύ καλά. Σε πιστεύω. Δεν υπάρχει λόγος να το αποδείξεις».
«Πρέπει να εξασκούμαστε», είπε η Ηλαίην. «Συνέχεια μας ζητούν να κάνουμε περισσότερα πράγματα. Αν δεν εξασκούμαστε μόνες μας, δεν θα καταφέρναμε τίποτα». Το πρόσωπό της έδειχνε γαλήνη και αυτοσυγκράτηση, αλλά είχε αφήσει το σαϊντάρ βιαστικά, σαν την Εγκουέν.
«Και τι γίνεται αν αντλήσετε πολύ», ρώτησε η Νυνάβε, «και δεν είναι κανείς εκεί να σας σταματήσει; Μακάρι να φοβόσασταν περισσότερο. Εγώ φοβάμαι. Νομίζετε ότι δεν ξέρω πώς νιώθετε; Είναι πάντα εκεί, και θέλετε να σας γεμίσει. Μερικές φορές δυσκολεύομαι να σταματήσω· το θέλω όλο. Ξέρω ότι μπορεί να με κάνει κάρβουνο, αλλά και πάλι το θέλω». Ανατρίχιασε. «Το μόνο που θέλω είναι να φοβάστε λίγο περισσότερο».
«Φοβάμαι», είπε αναστενάζοντας η Εγκουέν. «Με τρομάζει. Όμως δεν αλλάζει τίποτα. Εσύ, Ηλαίην;»
«Το μόνο που με τρομάζει», είπε εύθυμα η Ηλαίην, «είναι το πλύσιμο των πιάτων. Μου φαίνεται ότι κάθε μέρα είμαι αναγκασμένη να πλένω πιάτα». Η Εγκουέν της πέταξε το μαξιλάρι. Η Ηλαίην το πήρε από το κεφάλι της και το πέταξε πίσω, αλλά μετά οι ώμοι της καμπούριασαν. «Καλά, λοιπόν. Είμαι τόσο τρομαγμένη και δεν ξέρω γιατί δεν χτυπούν τα δόντια μου. Η Ελάιντα μου είπε ότι θα φοβόμουν τόσο, που θα ήθελα να το σκάσω μαζί με τους Ταξιδιώτες, αλλά δεν το είχα καταλάβει. Αν κανείς έβαζε τα βόδια του να δουλεύουν όσο εμείς, θα ήταν δακτυλοδεικτούμενος. Είμαι συνέχεια κουρασμένη. Ξυπνάω κουρασμένη και πέφτω στο κρεβάτι κατάκοπη, και μερικές φορές φοβάμαι τόσο ότι θα μου ξεφύγει και θα διαβιβάσω περισσότερη Δύναμη απ’ όση μπορώ να χειριστώ, που...» Χαμηλώνοντας το βλέμμα στα γόνατά της, σταμάτησε να μιλά.
Η Εγκουέν ήξερε τι δεν είχε πει. Τα δωμάτιά τους ήταν γειτονικά και, όπως συνέβαινε σε πολλά δωμάτια μαθητευομένων, πριν πολύ καιρό κάποιες είχαν ανοίξει μια τρυπούλα στον κοινό τοίχο, τόσο μικρή, που δεν φαινόταν αν δεν ήξερες πού να κοιτάξεις, αλλά χρήσιμη για να μιλάνε τα κορίτσια όταν το βράδυ έσβηναν οι λάμπες και δεν μπορούσαν να βγουν από τα δωμάτια. Κάποιες φορές η Εγκουέν είχε ακούσει την Ηλαίην να αποκοιμιέται κλαίγοντας, και ήταν σίγουρη ότι η Ηλαίην είχε ακούσει τα δικά της κλάματα.
«Οι Ταξιδιώτες είναι πειρασμός», συμφώνησε η Νυνάβε, «αλλά όπου και να πας, αυτό που μπορείς να κάνεις δεν αλλάζει. Δεν μπορείς να κρυφτείς από το σαϊντάρ». Αυτά που έλεγε δεν φαίνονταν να της αρέσουν.
«Τι βλέπεις, Μιν;» είπε η Ηλαίην. «Θα γίνουμε όλες ισχυρές Άες Σεντάι, ή Θα περάσουμε την υπόλοιπη ζωή μας πλένοντας πιάτα σαν μαθητευόμενες, ή...» Σήκωσε αμήχανα τους ώμους, σαν να μην ήθελε να ξεστομίσει την τρίτη εναλλακτική λύση που της περνούσε από το μυαλό. Ότι θα τις έστελναν σπίτι. Θα τις έδιωχναν από τον Πύργο. Δυο μαθητευόμενες είχαν αποπεμφθεί από τότε που είχε έρθει η Εγκουέν, και όλες μιλούσαν γι’ αυτές ψιθυριστά, σαν να είχαν πεθάνει.
Η Μιν ανακάθισε στο σκαμνί της. «Δεν μου αρέσει να διαβάζω φίλες», μουρμούρισε. «Η φιλία μπερδεύει την ανάγνωση. Προσπαθώ να ερμηνεύσω πιο ευνοϊκά αυτά που βλέπω. Γι’ αυτό δεν το κάνω πια για σας τις τρεις. Πάντως, τίποτα δεν άλλαζε πάνω σας απ’ ό,τι...» Μισόκλεισε τα μάτια, και ξαφνικά κατσούφιασε. «Αυτό είναι καινούργιο», είπε χαμηλόφωνα.
«Τι;» ρώτησε απότομα η Νυνάβε.
Η Μιν δίστασε να απαντήσει. «Κίνδυνος. Όλες βρίσκεστε σε κάποιον κίνδυνο· ή θα βρεθείτε σύντομα. Δεν καταλαβαίνω τι είναι, αλλά υπάρχει κίνδυνος».
«Βλέπετε», είπε η Νυνάβε, στις δύο κοπέλες που κάθονταν στο κρεβάτι. «Πρέπει να προσέχετε. Όλες πρέπει. Πρέπει να υποσχεθείτε και οι δύο να μην διαβιβάσετε ξανά χωρίς κάποια να σας καθοδηγεί».