Выбрать главу

«Δεν θέλω να μιλήσω πια γι’ αυτό», είπε Εγκουέν.

Η Ηλαίην ένευσε ζωηρά. «Ναι. Ας μιλήσουμε για κάτι άλλο. Μιν, αν βάλεις φόρεμα, πάω στοίχημα ότι ο Γκάγουιν θα σου ζητήσει να πάτε περίπατο. Ξέρεις ότι σε κοιτάζει, αλλά νομίζω ότι τον ενοχλούν τα παντελόνια και το ανδρικό πανωφόρι».

«Φοράω ό,τι ρούχα θέλω, και δεν τα αλλάζω για κανέναν άρχοντα, ακόμα κι αν είναι αδελφός σου». Η Μιν μιλούσε αφηρημένα, κοιτάζοντάς τις ακόμα με μισόκλειστα μάτια· ήταν μια συζήτηση που είχαν ξανακάνει. «Μερικές φορές είναι χρήσιμο να σε περνούν γι’ αγόρι».

«Κανένας που σου ρίχνει δεύτερη ματιά δεν πιστεύει ότι είσαι αγόρι». Η Ηλαίην χαμογέλασε.

Η Εγκουέν ένιωθε αμήχανα. Η Ηλαίην προσπαθούσε να τους φτιάξει το κέφι με το ζόρι, η Μιν σχεδόν δεν έδινε σημασία, και η Νυνάβε φαινόταν έτοιμη να τις προειδοποιήσει ξανά.

Όταν η πόρτα ξανάνοιξε, η Εγκουέν όρμηξε να την κλείσει, νιώθοντας ευγνωμοσύνη που είχε να κάνει κάτι πέρα από το βλέπει τις άλλες να προσποιούνται. Αλλά, πριν τη φτάσει, μπήκε στο δωμάτιο μια Άες Σεντάι με μαύρα μάτια και τα μαλλιά πλεγμένα σε πλήθος κοτσίδες. Η Εγκουέν ανοιγόκλεισε έκπληκτη τα μάτια, τόσο επειδή ήταν μια Άες Σεντάι, όσο και επειδή η συγκεκριμένη ήταν η Λίαντριν. Δεν είχε ακούσει ότι η Λίαντριν είχε επιστρέψει στο Λευκό Πύργο, κι εκτός αυτού, αν μια Άες Σεντάι ήθελε μια μαθητευόμενη, έλεγε να τη φέρουν μπροστά της· το ότι μια αδελφή ερχόταν μόνη της δεν ήταν καλό σημάδι.

Το δωμάτιο ήταν στριμωγμένο με πέντε γυναίκες μαζί. Η Λίαντριν κοντοστάθηκε για να σιάξει το σάλι της με τα κόκκινα κρόσσια, κοιτάζοντάς τις. Η Μιν δεν σάλεψε, αλλά η Ηλαίην σηκώθηκε, και οι τρεις που ήταν όρθιες έκλιναν το γόνυ, αν και η Νυνάβε μόλις που το λύγισε. Της Εγκουέν της φαινόταν πως η Νυνάβε ποτέ δεν θα συνήθιζε να έχει άλλη πάνω της εξουσία.

Το βλέμμα της Λίαντριν στάθηκε στη Νυνάβε. «Και γιατί είσαι ιού εδώ, στα καταλύματα των μαθητευομένων, παιδί μου;» Η φωνή της ήταν πάγος.

«Επισκέπτομαι φίλες μου», είπε η Νυνάβε με ψιλή φωνή. Μετά από μια στιγμή, πρόσθεσε καθυστερημένα, «Λίαντριν Σεντάι».

«Οι Αποδεχθείσες, αυτές δεν έχουν φίλες μεταξύ των μαθητευομένων. Θα ’πρεπε να το έχεις μάθει πια, παιδί μου. Ευτυχώς όμως που σε βρίσκω εδώ. Εσύ και εσύ» —το δάχτυλό της έδειξε την Ηλαίην και τη Μιν— «φύγετε».

«Θα ξανάρθω μετά». Η Μιν σηκώθηκε με αμέριμνο ύφος, δείχνοντας θεατρικά ότι δεν βιαζόταν να υπακούσει, και προσπέρασε τη Λίαντριν μ’ ένα χαμόγελο, το οποίο η Λίαντριν δεν πρόσεξε καθόλου. Η Ηλαίην έριξε μια ανήσυχη ματιά στην Εγκουέν και τη Νυνάβε, και μετά έκλινε το γόνυ κι έφυγε.

Όταν η Ηλαίην έκλεισε την πόρτα πίσω της, η Λίαντριν στάθηκε να περιεργάζεται την Εγκουέν και τη Νυνάβε. Η Εγκουέν άρχισε να νιώθει νευρικά μπροστά στο εξεταστικό βλέμμα της, αλλά η Νυνάβε έμεινε με το κορμί ίσιο, και μόνο τα μάγουλά της ρόδιο αν λιγάκι.

«Είστε από το ίδιο χωριό με τα αγόρια που ταξίδευαν με τη Μουαραίν. Είναι έτσι;» είπε ξαφνικά η Λίαντριν.

«Έχεις νέα από τον Ραντ;» ρώτησε με λαχτάρα η Εγκουέν. Η Λίαντριν την κοίταξε υψώνοντας το φρύδι. «Συγχώρεσέ με, Άες Σεντάι. Ξεχάστηκα».

«Είχες νέα τους;» είπε η Νυνάβε, σχεδόν επιτακτικά. Οι Αποδεχθείσες δεν είχαν κανόνα που να λέει ότι δεν μιλούσαν σε Άες Σεντάι αν δεν μιλούσε πρώτα η άλλη.

«Ανησυχείτε γι’ αυτούς. Αυτό είναι καλό. Κινδυνεύουν, και ίσως μπορέσετε να τους βοηθήσετε».

«Πού ξέρεις ότι έμπλεξαν;» Αυτή τη φορά η φωνή της Νυνάβε ήταν σαφώς επιτακτική.

Το ροδαλό στόμα της Λίαντριν σφίχτηκε, αλλά ο τόνος της δεν άλλαξε. «Μολονότι δεν το γνωρίζετε, η Μουαραίν έχει στείλει στο Λευκό Πύργο επιστολές που σας αφορούν. Η Μουαραίν Σεντάι, ανησυχεί για σας, και για τους... φίλους σας. Αυτά τα αγόρια, σε κίνδυνο βρίσκονται. Θέλετε να τα βοηθήσετε, ή να τα εγκαταλείψετε στη μοίρα τους;»

«Ναι», είπε η Εγκουέν, την ίδια στιγμή που η Νυνάβε έλεγε, «Τι μπλεξίματα; Εσένα γιατί σε ενδιαφέρει να τα βοηθήσουμε;» Η Νυνάβε έριξε μια ματιά στα κόκκινα κρόσσια στο σάλι της Λίαντριν. «Και νόμιζα ότι δεν συμπαθείς τη Μουαραίν».

«Μην περνάς τα όρια, παιδί μου», την έψεξε η Λίαντριν. «Οι Αποδεχθείσες δεν είναι αδελφές. Ομοίως οι Αποδεχθείσες και οι μαθητευόμενες ακούνε τις αδελφές και κάνουν ότι λένε». Ανάσανε και συνέχισε· ο τόνος της ήταν πάλι γαλήνιος, όμως λευκές πιτσιλάδες από το θυμό γέμιζαν τα μάγουλά της. «Είμαι σίγουρη πως κάποια μέρα, θα υπηρετήσετε κάποιο σκοπό, και θα μάθετε πως για να τον υπηρετήσετε θα πρέπει να εργαστείτε από κοινού ακόμα και με εκείνες που αντιπαθείτε. Σας λέω ότι έχω συνεργαστεί με πολλές, με τις οποίες δεν θα μοιραζόμουν το ίδιο δωμάτιο αν μπορούσα. Δεν θα συνεργαζόσασταν με το χειρότερο εχθρό σας για να σώσετε τους φίλους σας;»