Выбрать главу

«Να το κρατήσω μυστικό;» είπε η Μιν. «Μη φοβού. Θα έρθω μαζί σας. Το μόνο που κάνω εδώ όλη μέρα είναι να εξηγώ σε διάφορες Καφέ αδελφές κάτι που δεν καταλαβαίνω ούτε εγώ η ίδια. Δεν μπορώ ούτε μια βόλια να πάω χωρίς να ξεφυτρώσει μπροστά μου η Άμερλιν και να μου ζητήσει να διαβάσω όποια δούμε. Όταν αυτή η γυναίκα σου ζητά κάτι, δεν υπάρχει περίπτωση να ξεφύγεις. Πρέπει να της διάβασα το μισό Λευκό Πύργο, αλλά πάντα θέλει άλλη μια επίδειξη. Το μόνο που χρειαζόμουν ήταν ένα πρόσχημα για να φύγω, και να το». Το πρόσωπο της είχε μια αποφασισμένη έκφραση, που δεν επέτρεπε αντιλογίες.

Η Εγκουέν αναρωτήθηκε γιατί η Μιν ήταν τόσο αποφασισμένη να φύγει μαζί τους, αντί να φύγει απλώς μόνη της, αλλά, πριν προλάβει να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο, η Ηλαίην είπε, «Έρχομαι κι εγώ».

«Ηλαίην», είπε η Νυνάβε γλυκά. «Η Εγκουέν κι εγώ είμαστε συγχωριανοί των παιδιών, από το Πεδίο του Έμοντ. Εσύ είσαι η Κόρη-Διάδοχος του Άντορ. Αν εξαφανιστείς από το Λευκό Πύργο, τι να πω, αυτό ίσως — ίσως δώσει αφορμή για πόλεμο».

«Η μητέρα δεν θα άρχιζε πόλεμο με την Ταρ Βάλον ακόμα κι αν με έγδερναν και με αλάτιζαν, κάτι που ίσως θέλουν να κάνουν. Αν εσείς οι τρεις μπορείτε να φύγετε και να ζήσετε μια περιπέτεια, μην νομίζετε ότι εγώ θα μείνω εδώ να πλένω πιάτα, να σφουγγαρίζω πατώματα, και να ακούω μια Άες Σεντάι να μου τα ψέλνει επειδή δεν έκανα τη φωτιά ακριβώς στην απόχρωση του γαλάζιου που ήθελε. Ο Γκάγουιν θα πεθάνει από ζήλια όταν το μάθει». Η Ηλαίην χαμογέλασε πλατιά και τράβηξε παιχνιδιάρικα τα μαλλιά της Εγκουέν. «Εκτός αυτού, αν αφήσεις τον Ραντ να τριγυρνά ελεύθερος, ίσως τον μαζέψω εγώ».

«Νομίζω πως ούτε η μια ούτε η άλλη δεν θα τον αποκτήσουμε», είπε λυπημένα η Εγκουέν.

«Τότε θα βρούμε εκείνη που θα διαλέξει, και θα της κάνουμε τη ζωή μαρτύριο. Αλλά δεν μπορεί να είναι τόσο βλάκας, που να διαλέξει κάποια άλλη τη στιγμή που μπορεί να έχει μια από μας. Έλα, χαμογέλα, Εγκουέν. Ξέρω ότι είναι δικός σου. Απλώς νιώθω» —δίστασε, ψάχνοντας για την κατάλληλη λέξη— «ελεύθερη. Ποτέ δεν έχω ζήσει περιπέτεια. Πάω στοίχημα ότι, όταν θα ζούμε την περιπέτεια, ούτε εγώ ούτε εσύ θα κλαίμε κάθε νύχτα. Κι αν κλάψουμε, θα φροντίσουμε να μείνει αυτό το σημείο έξω από την ιστορία που θα λένε οι βάρδοι».

«Αυτά είναι βλακείες», είπε η Νυνάβε. «Πάμε στο Τόμαν Χεντ. Άκουσες τα νέα, και τις φήμες. Θα είναι επικίνδυνα. Πρέπει να μείνεις εδώ».

«Άκουσα τι είπε η Λίαντριν για το — το Μαύρο Άτζα». Η φωνή της Ηλαίην χαμήλωσε, έγινε ψίθυρος για να πει το όνομα. «Πόσο ασφαλής θα είμαι εδώ, αν είναι κι αυτές εδώ; Αν η μητέρα υποψιαζόταν έστω ότι το Μαύρο Άτζα υπάρχει στ’ αλήθεια, ακόμα και στη μάχη θα με έριχνε για να με γλιτώσει απ’ αυτό».

«Μα, Ηλαίην—»

«Μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να με εμποδίσεις να έρθω. Κι αυτός είναι να το πεις στην Κυρά των Μαθητευομένων. Θα είμαστε ωραίο θέαμα, παραταγμένες και οι τρεις εκεί στο γραφείο της. Και οι τέσσερις. Δεν νομίζω να γλιτώσει η Μιν. Έτσι, αφού δεν πρόκειται να το πεις στη Σέριαμ Σεντάι, έρχομαι κι εγώ».

Η Νυνάβε σήκωσε τα χέρια ψηλά. «Μήπως μπορείς εσύ να την πείσεις», είπε στη Μιν.

Η Μιν έγερνε στην πόρτα, κοιτώντας την Ηλαίην με μισόκλειστα μάτια, και κούνησε το κεφάλι. «Νομίζω ότι πρέπει να έρθει όσο κι εσείς. Όσο κι εμείς. Τώρα βλέπω πιο καθαρά τον κίνδυνο γύρω σας. Όχι τόσο που να το διακρίνω, αλλά νομίζω ότι έχει κάποια σχέση με το ότι αποφασίσατε να πάτε. Γι’ αυτό είναι πιο καθαρός· επειδή είναι πιο σίγουρος».

«Δεν υπάρχει λόγος να έρθει κι αυτή», είπε η Νυνάβε, αλλά η Μιν κούνησε πάλι τη κεφάλι.

«Είναι συνδεμένη με — με κείνα τα αγόρια όσο κι εσύ, κι η Εγκουέν, κι εγώ. Είναι μέρος όλων αυτών, Νυνάβε, ό,τι κι αν είναι. Φαντάζομαι ότι μια Άες Σεντάι θα ’λεγε ότι είναι μέρος του Σχήματος».

Η Ηλαίην έδειξε έκπληξη, αλλά και ενδιαφέρον, επίσης. «Ναι; Τι μέρος, Μιν;»

«Δεν διακρίνω καθαρά». Η Μιν κοίταζε το πάτωμα. «Μερικές φορές εύχομαι να μην μπορούσα καθόλου να διαβάζω τους ανθρώπους. Στο κάτω-κάτω, οι πιο πολλοί δεν είναι ευχαριστημένοι απ’ αυτά που βλέπω».

«Αν είναι να πάμε όλες», είπε η Νυνάβε, «τότε καλά θα κάνουμε να ετοιμαστούμε». Όσο κι αν διαφωνούσε πριν, από τη στιγμή που αποφάσιζαν τι θα έκαναν η Νυνάβε πάντα έστρεφε την προσοχή της στα πρακτικά θέματα: τι έπρεπε να πάρουν μαζί τους, πόσο κρύο θα έκανε όταν θα έφταναν στο Τόμαν Χεντ, πώς θα έπαιρναν τα άλογα από τους στάβλους χωρίς να τις σταματήσουν.

Ακούγοντάς την, η Εγκουέν άθελά της αναρωτήθηκε ποιος ήταν ο κίνδυνος που έβλεπε η Μιν πάνω τους, και ποιος ο κίνδυνος που απειλούσε τον Ραντ. Ήξερε έναν μόνο κίνδυνο που μπορεί να τον απειλούσε, κι ένιωθε παγωνιά μέσα της. Κουράγιο, Ραντ. Κουράγιο, χοντροκέφαλε. Θα βρω τρόπο να σε βοηθήσω.