39
Φυγή από το Λευκό Πύργο
Η Εγκουέν και η Ηλαίην χαιρετούσαν με μια σύντομη κλίση της κεφαλής κάθε ομάδα γυναικών που περνούσαν, καθώς έβγαιναν από το Λευκό Πύργο. Ευτυχώς που σήμερα υπήρχαν τόσες ξένες γυναίκες στον Πύργο, σκέφτηκε η Εγκουέν, που δεν μπορούσαν να έχουν όλες μια Άες Σεντάι ή έναν Πρόμαχο για συνοδεία. Μόνες ή σε μικρές ομάδες, ντυμένες πλούσια ή φτωχικά, με φορέματα από πεντ’ έξι διαφορετικές χώρες, που μερικά είχαν ακόμα τη σκόνη του ταξιδιού προς την Ταρ Βάλον, ήταν κλεισμένες στον εαυτό τους και περίμεναν τη σειρά τους για να κάνουν στις Άες Σεντάι τις ερωτήσεις που ήθελαν, ή για να παρουσιάσουν τα αιτήματά τους. Μερικές γυναίκες —αρχόντισσες ή έμποροι ή σύζυγοι εμπόρων— είχαν μαζί τις υπηρέτριές τους. Ακόμα και μερικοί άνδρες είχαν έρθει με αιτήματα, δείχνοντας να απορούν αν καλώς είχαν έρθει στο Λευκό Πύργο, κοιτάζοντας γύρω ταραγμένοι.
Η Νυνάβε οδηγούσε τις άλλες, με το βλέμμα της στραμμένο μπροστά με αποφασιστικότητα, με το μανδύα της να στροβιλίζεται πίσω της, περπατώντας σαν να ήξερε πού πήγαιναν —κάτι το οποίο ήξερε, αρκεί να μην της το ρωτούσαν— και να είχαν κάθε δικαίωμα να πάνε εκεί — κάτι που ήταν τελείως άλλο ζήτημα. Ντυμένες τώρα με τα ρούχα που είχαν φέρει στην Ταρ Βάλον, δεν έμοιαζαν να ανήκουν στον Πύργο. Η καθεμιά τους είχε διαλέξει το καλύτερο φόρεμα ιππασίας που είχε, σχιστό για τη σέλα, και κεντημένο μανδύα από φίνο μαλλί. Η Εγκουέν πίστευε ότι θα τα κατάφερναν, αρκεί να απέφευγαν εκείνες που ήξεραν τα πρόσωπά τους — είχαν ήδη κρυφτεί από μερικές που μπορούσαν να τις αναγνωρίσουν.
«Αυτό δα ήταν καλύτερο για βόλια σε πάρκο άρχοντα παρά για να πας με το άλογο στο Τόμαν Χεντ», είχε πει ξερά η Νυνάβε, καθώς η Εγκουέν τη βοηθούσε με τα κουμπιά ενός γκρίζου, χρυσοκέντητου μεταξωτού φορέματος, με χάντρες που σχημάτιζαν λουλούδια στο στήθος και στα μανίκια, «αλλά ίσως μας βοηθήσει να φύγουμε απαρατήρητες».
Η Εγκουέν τίναξε το μανδύα της, έσιαξε το χρυσοκέντητο φόρεμά της από πράσινο μετάξι και κοίταξε την Ηλαίην που φορούσε ίνα γαλάζιο με μπεζ πινελιές, ελπίζοντας να είχε δίκιο η Νυνάβε. Ως τώρα, όλοι τις είχαν πάρει για ικέτισσες, ευγενείς, ή τουλάχιστον πλούσιες, όμως της φαινόταν ότι ξεχώριζαν. Ξαφνιάστηκε όταν κατάλαβε γιατί· ένιωθε άβολα με το ωραίο φόρεμα, αφού είχε περάσει τους τελευταίους μήνες φορώντας το απλό, λευκό φόρεμα των μαθητευομένων.
Μια μικρή ομάδα από χωρικές με χοντρά, μάλλινα ρούχα έκλιναν το γόνυ, καθώς τις περνούσαν. Η Εγκουέν γύρισε να κοιτάξει τη Μιν αμέσως μόλις τις προσπέρασαν. Η Μιν φορούσε ακόμα παντελόνι και ανδρικό πουκάμισο, κι από πάνω καφέ αγορίστικο μανδύα, μ’ ένα παλιό καπέλο με φαρδύ γείσο, φορεμένο χαμηλά στα κοντοκομμένα μαλλιά της. «Μια από μας πρέπει να είναι ο υπηρέτης», είχε πει, γελώντας. «Οι γυναίκες που ντύνονται σαν και σας πάντα έχουν τουλάχιστον έναν. Αν χρειαστεί να τρέξουμε, θα ευχηθείτε να φορούσατε το παντελόνι μου». Ήταν φορτωμένη με σακίδια σέλλας για τέσσερα άλογα, τα οποία φούσκωναν γεμάτα ζεστά ρούχα, γιατί σίγουρα θα έπεφτε ο χειμώνας μέχρι να επιστρέψουν ξανά. Είχαν επίσης τρόφιμα, που τα είχαν βουτήξει από τα μαγειρεία, και μάλλον θα τους έφτανε μέχρι να μπορέσουν να αγοράσουν κι άλλα.
«Σίγουρα δεν μπορώ να κουβαλήσω τίποτα, Μιν;» ρώτησε χαμηλόφωνα η Εγκουέν.
«Είναι άβολα στο κράτημα», είπε η Μιν μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, «όχι βαριά». Φαινόταν να νομίζει ότι όλα αυτά ήταν παιχνίδι, ή έκανε ότι αυτό νόμιζε. «Ο κόσμος θα λέει γιατί μια κυρία περιωπής σαν και του λόγου σου κουβαλά μόνη τα σακίδιά της. Μπορείς να πάρεις τα δικά σου —και τα δικά μου, αν θέλεις— όταν—» Το χαμόγελό της χάθηκε, και ψιθύρισε μ’ ένταση, «Άες Σεντάι!»
Η Εγκουέν κοίταξε αμέσως μπροστά. Μια Άες Σεντάι με μακριά, λαμπερά μελαχρινά μαλλιά και δέρμα σαν παλιό φίλντισι τις πλησίαζε από την άλλη άκρη του διαδρόμου, ακούγοντας μια γυναίκα που φορούσε κακοφτιαγμένα ρούχα αγρότισσας και μπαλωμένο μανδύα. Η Άες Σεντάι δεν τις είχε δει ακόμα, αλλά η Εγκουέν την αναγνώρισε· ήταν η Τακίμα, του Καφέ Άτζα, η οποία δίδασκε την ιστορία του Λευκού Πύργου και των Άες Σεντάι, και που μπορούσε να αναγνωρίσει μια από τις μαθήτριές της σε απόσταση εκατό απλωσιών.
Η Νυνάβε έστριψε σ’ ένα μικρό διπλανό διάδρομο χωρίς να βραδύνει το βήμα της, αλλά εκεί πέρασε βιαστικά δίπλα τους μια Αποδεχθείσα, μια ψηλόλιγνη γυναίκα, η οποία ήταν πάντα κατσούφα, και τραβούσε από το αυτί μια μαθητευόμενη με κατακόκκινο πρόσωπο.
Η Εγκουέν κατάπιε για να μπορέσει να μιλήσει. «Αυτές ήταν η Ιρέλα και η Έλσε. Μας είδαν;» Δεν άντεχε να γυρίσει να κοιτάξει.