Выбрать главу

«Όχι», είπε η Μιν μετά από μια στιγμή. «Το μόνο που είδαν ήταν τα ρούχα μας». Η Εγκουέν άφησε με ανακούφιση να βγει μια αργή ανάσα, άκουσε τη Νυνάβε να κάνει το ίδιο.

«Η καρδιά μου θα σπάσει μέχρι να φτάσουμε στους στάβλους», μουρμούρισε η Ηλαίην. «Πάντα έτσι είναι οι περιπέτειες, Εγκουέν; Έχεις την ψυχή στο στόμα και νιώθεις σουβλιές στο στομάχι;»

«Θα έλεγα ναι», είπε αργά η Εγκουέν. Δυσκολευόταν να πιστέψει ότι κάποτε ανυπομονούσε να γνωρίσει την περιπέτεια, να κάνει κάτι επικίνδυνο και διαφορετικό, σαν τους ανθρώπους στις ιστορίες. Τώρα της φαινόταν ότι θυμόσουν μόνο τις συναρπαστικές στιγμές, όταν τα ξανάφερνες στο νου σου, και οι ιστορίες παρέλειπαν πολλά από τα δυσάρεστα. Αυτό είπε στην Ηλαίην.

«Πάντως», είπε με σταθερή φωνή η Κόρη-Διάδοχος, «δεν είχα ζήσει τίποτα συναρπαστικό άλλοτε, και ούτε πρόκειται, όσο περνά από το χέρι της μητέρας μου, δηλαδή μέχρι να ανέβω στο θρόνο».

«Κάντε ησυχία εσείς οι δυο», είπε η Νυνάβε. Ήταν επιτέλους μόνες σ’ ένα διάδρομο, και δεν φαινόταν κανείς ούτε στη μια άκρη ούτε στην άλλη. Έδειξε μια στενή σκάλα που κατέβαινε. «Μάλλον αυτήν ψάχνουμε. Αν δεν μπερδεύτηκα εντελώς, με τις στροφές και γυρίσματα που κάναμε».

Κατέβηκε πάντως τα σκαλιά, σαν να ήταν σίγουρη, και οι άλλες την ακολούθησαν. Και πράγματι, η πορτούλα στο τέλος της σκάλας έβγαζε στην αυλή του Νότιου Στάβλου, όπου φύλαγαν τα άλογα των μαθητευομένων, όσων είχαν άλογα, μέχρι να τα ξαναχρειαστούν, συνήθως μόνο όταν γίνονταν Αποδεχθείσες, ή τις έστελναν στα σπίτια τους. Πίσω τους ορθωνόταν ο λαμπερός όγκος του Πύργου· η γενική περιοχή του Πύργου καταλάμβανε εκατοντάδες στρέμματα και τα τείχη του ήταν ψηλότερα από τα τείχη μερικών πόλεων.

Η Νυνάβε μπήκε στο στάβλο σαν να ήταν δικός της. Είχε μια καθαρή οσμή από σανό και άλογα, και δύο μακριές σειρές διαχωριστικών χάνονταν στις σκιές που έριχνε το φως, πέφτοντας από ανοίγματα εξαερισμού στην οροφή. Ω του θαύματος, η δασύτριχη Μπέλα και η γκρίζα φοράδα της Νυνάβε ήταν σε διαχωριστικά κοντά στην είσοδο. Η Μπέλα έβγαλε το κεφάλι πάνω από την κοντή πόρτα και χρεμέτισε στην Εγκουέν. Φαινόταν να υπάρχει μόνο ένας σταβλίτης, ένας γκριζογέννης με φιλικό ύφος, που μασούσε ένα άχυρο.

«Σέλωσε τα άλογά μας», του είπε η Νυνάβε όσο πιο προστακτικά μπορούσε. «Αυτά τα δύο. Μιν, βρες το άλογό σου και της Ηλαίην». Η Μιν άφησε κάτω τα σακίδια και πήρε την Ηλαίην πιο μέσα.

Ο σταβλίτης έσμιξε τα φρύδια κοιτάζοντάς τις, και έβγαλε αργά το άχυρο από το στόμα. «Κάποιο λάθος έγινε, Αρχόντισσά μου. Αυτά τα ζώα—»

«Είναι δικά μας», είπε με σταθερή φωνή η Νυνάβε, σταυρώνοντας τα χέρια, έτσι ώστε να φαίνεται καλά το δαχτυλίδι. «Θα τα σελώσεις τώρα».

Η Εγκουέν κράτησε την ανάσα της· ήταν το σχέδιο της τελευταίας στιγμής, ότι η Νυνάβε θα προσπαθούσε να κάνει την Άες Σεντάι μπροστά σε κείνους που ίσως την πίστευαν. Οι Άες Σεντάι και οι Αποδεχθείσες δεν θα το κατάπιναν, φυσικά, μάλλον ούτε και οι μαθητευόμενες, αλλά ένας σταβλίτης...

Ο γκριζογέννης ανοιγόκλεισε τα μάτια, βλέποντας το δαχτυλίδι της Νυνάβε, και μετά την κοίταξε. «Μου είπαν για δύο», είπε στο τέλος· δεν φαινόταν να του έχει κάνει μεγάλη εντύπωση. «Μια Αποδεχθείσα και μια μαθητευόμενη. Δεν είπαν τίποτα για τέσσερις».

Η Εγκουέν θέλησε να βάλει τα γέλια. Φυσικά και η Λίαντριν δεν θα τις θεωρούσε ικανές να πάρουν τα άλογά τους αβοήθητες.

Η Νυνάβε φάνηκε απογοητευμένη και η φωνή της σκλήρυνε. «Βγάλε αμέσως τα άλογα και σέλωσέ τα, αλλιώς θα ζητάς από τη Λίαντριν να σε Θεραπεύσει, αν δεχτεί».

Ο σταβλίτης πρόφερε σιωπηλά το όνομα της Λίαντριν, αλλά έριζε μια ματιά στην έκφραση της Νυνάβε και αμέσως έβγαλε και σέλωσε τα άλογα, γκρινιάζοντας μια-δυο φορές, τόσο χαμηλόφωνα που μόνο ο ίδιος άκουγε. Η Μιν και η Ηλαίην γύρισαν με τα δικά τους άλογα, καθώς έδενε το λουρί της σέλας στο δεύτερο. Η Μιν είχε ένα καφετί μουνούχι, η Ηλαίην μια ξανθοκόκκινη φοράδα με κυρτό λαιμό.

Όταν ανέβηκαν στα άλογα, η Νυνάβε ξαναμίλησε στον σταβλίτη. «Σίγουρα σου είπαν να μην ανοίξεις το στόμα σου, κι αυτό δεν αλλάζει, είτε είμαστε δύο, είτε εκατόν δύο. Αν νομίζεις ότι άλλαξε, σκέψου τι θα σου κάνει η Λίαντριν, αν μιλήσεις γι’ αυτό που έπρεπε να κρατήσεις κρυφό».

Καθώς έβγαιναν από τους στάβλους, η Ηλαίην του πέταξε ένα νόμισμα και μουρμούρισε, «Για τον κόπο σου, καλέ μου άνθρωπε. Καλά τα πήγες». Έξω, είδε το βλέμμα της Εγκουέν και χαμογέλασε. «Η μητέρα λέει ότι το ραβδί και το μέλι είναι καλύτερα από το ραβδί μόνο του».

«Ελπίζω να μην χρειαστούμε ούτε το ένα ούτε το άλλο με τους φρουρούς», είπε η Εγκουέν. «Ελπίζω η Λίαντριν να μίλησε και σ’ αυτούς».

Στην Πύλη Τάρλομεν, όμως, που τρυπούσε το ψηλό νότιο τείχος της περιοχής του Πύργου, δεν μπόρεσαν να καταλάβουν αν είχε μιλήσει ή όχι κανείς στους φρουρούς. Εκεί τους έκαναν νόημα να περάσουν μονάχα με μια ματιά και μια τυπική υπόκλιση. Η δουλειά των φρουρών ήταν να εμποδίζουν την είσοδο σε όσους ήταν επικίνδυνοι· προφανώς δεν είχαν πάρει διαταγές να μην αφήσουν κάποιους να περάσουν.