Выбрать главу

Ένα ψυχρό αεράκι από το ποτάμι τους έδωσε πρόσχημα να σηκώσουν τις κουκούλες των μανδυών, καθώς προχωρούσαν αργά στους δρόμους της πόλης. Οι κρότοι από τις οπλές των αλόγων στο πλακόστρωτο πνίγονταν στο μουρμουρητό του πλήθους που γέμιζε τους δρόμους και στη μουσική, η οποία ακουγόταν από μερικά κτίρια που περνούσαν. Υπήρχαν άνθρωποι ντυμένοι με ρούχα από κάδε χώρα, από το σκούρο και σοβαρό στυλ της Καιρχίν ως τα λαμπερά, χαρούμενα χρώματα των Ταξιδιωτών, καθώς και όλες οι ενδιάμεσες παραλλαγές, και χώριζαν γύρω από τις γυναίκες στα άλογα σαν ποτάμι γύρω από βράχο· αλλά κι έτσι ακόμα, η ομάδα τους δεν προχωρούσε όσο γρήγορα ήθελαν.

Η Εγκουέν δεν έδινε σημασία στους μυθικούς πύργους με τους εναέριες γέφυρές τους, ούτε στα κτίρια, που πιο πολύ έμοιαζαν με κύματα που έσπαζαν στην ακτή, ή με ανεμοδαρμένους γκρεμούς, ή με φανταχτερά κοχύλια, παρά με κτίσματα από πέτρα. Οι Άες Σεντάι πήγαιναν συχνά στην πόλη και σε κείνο το πλήθος μπορεί να βρίσκονταν πρόσωπο με πρόσωπο με κάποια πριν το καταλάβουν. Μετά από λίγο κατάλαβε ότι και οι άλλες της ομάδας είχαν τα μάτια τους τέσσερα σαν κι αυτήν, αλλά και πάλι ένιωσε αρκετή ανακούφιση, όταν φάνηκε μπροστά τους το Ογκιρανό άλσος.

Τα Μεγάλα Δένδρα τώρα φαίνονταν πέρα από τις στέγες των σπιτιών, με τα φυλλώματά τους να απλώνονται τουλάχιστον εκατό απλωσιές στον αέρα. Από κάτω τους φάνταζαν σαν νάνοι οι πανύψηλες βαλανιδιές και οι φτελιές, οι σημύδες και τα έλατα. Κάτι σαν τείχος περικύκλωνε το άλσος, το οποίο είχε πλάτος τουλάχιστον δύο μίλια, αλλά ήταν μονάχα μια σειρά από ελικοειδείς πέτρινες αψίδες, που η καθεμιά είχε ύψος πέντε απλωσιές και πλάτος δέκα. Ο δρόμος κοντά στο τείχος ήταν γεμάτος κάρα, άμαξες και ανθρώπους, ενώ μέσα από το τείχος ήταν κάτι σαν φυσικό τοπίο. Το άλσος δεν είχε ούτε τη δαμασμένη όψη ενός πάρκου, ούτε την οργιαστική τυχαιότητα της καρδιάς ενός δάσους. Αντίθετα, έμοιαζε να είναι το ιδανικό της φύσης, σαν να ήταν το τέλειο δάσος, το πιο όμορφο δάσος που μπορούσε να υπάρξει. Μερικά φύλλα είχαν αρχίσει να αλλάζουν χρώμα, και της Εγκουέν της φαινόταν πως οι μικρές πινελιές του πορτοκαλιού και του κίτρινου και του κόκκινου ανάμεσα στην πρασινάδα ήταν ακριβώς όπως έπρεπε να δείχνει το φθινόπωρο.

Μερικοί προχωρούσαν λιγάκι πιο μέσα από τις ανοιχτές αψίδες, και κανένας δεν κοίταξε τις γυναίκες δεύτερη φορά όταν μπήκαν στο άλσος. Η πόλη σύντομα χάθηκε από το βλέμμα τους και τα δέντρα μαλάκωσαν και μετά έπνιξαν τους ήχους της. Δέκα βήματα πιο πέρα, ήταν σαν να είχαν βρεθεί πολλά μίλια μακριά από την κοντινότερη πόλη.

«Είπε στη βόρεια άκρη του άλσους», μουρμούρισε η Νυνάβε, κοιτάζοντας γύρω της. «Δεν υπάρχει μέρος βορειότερο από—» Σταμάτησε, καθώς δυο άλογα έβγαιναν από μια συστάδα μαύρων αφροξυλιών, μια φοράδα με αστραφτερό, μαύρο τρίχωμα, που είχε καβαλάρη, και ένα άλογο ελαφρά φορτωμένο.

Η μαύρη φοράδα ορθώθηκε στον αέρα, τινάζοντας τα μπροστινά της πόδια, καθώς η Λίαντριν τραβούσε με δύναμη τα χαλινάρια. Το πρόσωπο της Άες Σεντάι το κάλυπτε οργή, σαν να φορούσε μάσκα. «Σας είπα να μην το πείτε σε καμία άλλη! Σε καμία!» Η Εγκουέν πρόσεξε ότι το υποζύγιο κουβαλούσε λάμπες σε κοντάρια, και της φάνηκε παράξενο.

«Είναι φίλες», είπε η Νυνάβε και η ράχη της κορδώθηκε, αλλά η Ηλαίην την πρόλαβε.

«Συγχώρεσέ μας, Λίαντριν Σεντάι. Δεν μας είπαν· κρυφακούσαμε. Δεν θέλαμε να ακούσουμε κάτι που δεν έπρεπε, αλλά κρυφακούσαμε. Και θέλουμε να βοηθήσουμε κι εμείς τον Ραντ αλ’Θορ. Και τα άλλα αγόρια, φυσικά», πρόσθεσε βιαστικά.

Η Λίαντριν κοίταξε την Ηλαίην και τη Μιν. Το απογευματινό φως του ήλιου, όπως έπεφτε γερτό ανάμεσα από τα κλαδιά, σκίαζε τα πρόσωπα κάτω από τις κουκούλες τους. «Έτσι, λοιπόν», είπε τελικά, κοιτάζοντάς τις ακόμα. «Είχα κανονίσει να σας φροντίσουν, αλλά, αφού ήρθατε, ήρθατε. Ας έρθουν τέσσερις σ’ αυτό το ταξίδι αντί για δύο».

«Να μας φροντίσουν, Λίαντριν Σεντάι;» είπε η Ηλαίην. «Δεν καταλαβαίνω».

«Παιδί μου, είναι γνωστό ότι εσύ και η άλλη είστε φίλες αυτών των δύο. Νομίζεις ότι δεν θα βρεθούν κάποιοι να σας κάνουν ερωτήσεις, όταν ανακαλυφθεί η εξαφάνισή τους; Πιστεύεις ότι το Μαύρο Άτζα θα σου δείξει επιείκεια μόνο και μόνο επειδή είσαι διάδοχος ενός θρόνου; Αν έμενες στο Λευκό Πύργο, ίσως το πρωί να μην ζούσες». Αυτό τις έκανε να μείνουν σιωπηλές για μια στιγμή, αλλά η Λίαντριν έστριψε το άλογό της και φώναξε, «Ακολουθήστε με!»