Η Άες Σεντάι τις οδήγησε πιο βαθιά στο άλσος, ώσπου βρέθηκαν μπροστά σε έναν ψηλό, γερό φράχτη από σίδερο, που στην κορυφή του είχε αιχμές, κοφτερές σαν ξυράφι. Καμπύλωνε ελαφρά, σαν να έκλεινε μια μεγάλη περιοχή, και χανόταν δεξιά κι αριστερά ανάμεσα στα δένδρα. Υπήρχε μια είσοδος, ασφαλισμένη με μια μεγάλη κλειδαριά. Η Λίαντριν την άνοιξε με ένα μεγάλο κλειδί που έβγαλε από το μανδύα της, έκανε νόημα στις άλλες να περάσουν, την ξανακλείδωσε και τις ακολούθησε αμέσως. Ένας σκίουρος τις χαιρέτησε χαρωπά από ένα κλαδί πιο πάνω τους, και από κάπου ακούστηκε το σκληρό ταμπούρλισμα ενός δρυοκολάπτη.
«Που πάμε;» ζήτησε να μάθει η Νυνάβε. Η Λίαντριν δεν απάντησε και η Νυνάβε κοίταξε τις άλλες θυμωμένα. «Γιατί πάμε πιο βαθιά στο δάσος; Για να φύγουμε από την Ταρ Βάλον πρέπει να περάσουμε γέφυρα, ή να πάρουμε πλοίο, και δεν υπάρχει γέφυρα ή πλοίο στο—»
«Υπάρχει αυτό», ανακοίνωσε η Λίαντριν. «Ο φράχτης, εμποδίζει μερικές να βρεθούν σε κίνδυνο, αλλά για μας σήμερα είναι ανάγκη». Αυτό που έδειξε ήταν μια ψηλή, χοντρή στήλη από κάτι που έμοιαζε με πέτρα, που στεκόταν όρθια, με μια πλευρά γεμάτη περίτεχνα σκαλισμένες κληματσίδες και φύλλα.
Η Εγκουέν ένιωσε ένα σφίξιμο στο λαιμό· είχε καταλάβει ξαφνικά γιατί η Λίαντριν είχε φέρει λάμπες, και δεν της άρεσε καθόλου. Άκουσε τη Νυνάβε να ψιθυρίζει, «Μια Πύλη». Και οι δύο θυμούνταν πολύ καλά τις Οδούς.
«Το κάναμε μια φορά», είπε, για να το ακούσει και η Νυνάβε αλλά και η ίδια. «Μπορούμε να το ξανακάνουμε». Αν ο Ραντ και οι άλλοι μας χρειάζονται, πρέπει να τους βοηθήσουμε. Αυτό είναι όλο.
«Είναι στ’ αλήθεια...;» άρχισε να λέει η Μιν με πνιγμένη φωνή, και δεν μπόρεσε να τελειώσει.
«Μια Πύλη», είπε με χαμηλή φωνή η Ηλαίην. «Δεν πίστευα πως οι Οδοί μπορούν ακόμα να χρησιμοποιηθούν. Ή, τουλάχιστον, δεν πίστευα πως επιτρέπεται η χρήση τους».
Η Λίαντριν είχε ήδη αφιππεύσει και είχε βγάλει το τρίλοβο φύλλο του Αβεντεσόρα από τη θέση του· οι πύλες, σαν δυο πελώριες πόρτες από πλεγμένες κληματσίδες, άρχισαν να ανοίγουν, αποκαλύπτοντας κάτι που έμοιαζε με θαμπό, ασημένιο καθρέφτη, ο οποίος αντιγύριζε αχνά τα είδωλά τους.
«Λεν χρειάζεται να έρθετε», είπε η Λίαντριν. «Μπορείτε να με περιμένετε εδώ, ασφαλείς μέσα στο φράχτη, μέχρι να επιστρέψω. Ή ίσως να σας βρει πρώτο το Μαύρο Άτζα». Το χαμόγελό της δεν ήταν καθόλου ευχάριστο. Πίσω της, η Πύλη άνοιξε διάπλατα και σταμάτησε.
«Δεν είπα ότι δεν έρχομαι», είπε η Ηλαίην, αλλά το βλέμμα της στάθηκε για λίγο στις σκιές του δάσους.
«Αν είναι να το κάνουμε», είπε η Μιν, «τότε ας το κάνουμε». Κοίταζε την Πύλη, και της Εγκουέν της φάνηκε ότι μουρμούρισε, «Το Φως να σε κάψει, Ραντ αλ’Θορ».
«Πρέπει να μπω τελευταία», είπε η Λίαντριν. «Μπείτε, όλες σας. Θα ακολουθήσω». Τώρα κι αυτή κοίταζε το δάσος, σαν να της φαινόταν πως κάποιος τις ακολουθούσε. «Γρήγορα! Γρήγορα!»
Η Εγκουέν δεν ήξερε τι περίμενε να δει η Λίαντριν, αλλά όποιος κι αν ερχόταν, μάλλον θα τις εμπόδιζε να μπουν στην Πύλη. Ραντ, χοντροκέφαλε, σκέφτηκε, δεν μπορείς μια φορά να μπλέξεις χωρίς να χρειαστεί να κάνω την ηρωίδα παραμυθιού;
Χτύπησε με τις φτέρνες τα πλευρά της Μπέλας, και η δασύτριχη φοράδα, ξεκούραστη μετά από τόσο καιρό στο στάβλο, όρμηξε μπροστά.
«Αργά!» φώναξε η Νυνάβε, αλλά δεν πρόλαβε.
Η Εγκουέν και η Μπέλα χίμηξαν στα μουντά είδωλά τους· δύο δασύτριχα άλογα άγγιξαν μύτες, φάνηκαν να κυλούν το ένα μέσα στο άλλο. Ύστερα και η Εγκουέν έγινε ένα με το καθρέφτισμά της, νιώθοντας απότομη παγωνιά. Ο χρόνος φάνηκε να τεντώνεται, σαν να απλωνόταν πάνω της η παγωνιά, προχωρώντας όσο το πλάτος μιας τρίχας κάθε φορά, και κάθε τρίχα χρειαζόταν αρκετά λεπτά.
Ξαφνικά η Μπέλα βρέθηκε να παραπατά στο κατάμαυρο σκοτάδι, τόσο γρήγορα που παραλίγο θα έριχνε την Εγκουέν από την πλάτη της. Κρατήθηκε και στάθηκε τρέμοντας, καθώς η Εγκουέν ξεπέζευε βιαστικά και ψηλαφούσε τα πόδια της φοράδας στο σκοτάδι για να δει μήπως είχε τραυματιστεί. Σχεδόν χαιρόταν για το σκοτάδι, που έκρυβε το κατακόκκινο πρόσωπο της. Ήξερε ότι στην άλλη πλευρά μιας Πύλης και ο χρόνος και η απόσταση ήταν διαφορετικά· είχε ξεκινήσει χωρίς να σκεφτεί.
Μόνο μαυρίλα υπήρχε γύρω της προς όλες τις κατευθύνσεις, με μόνη εξαίρεση το ορθογώνιο της ανοιχτής Πύλης, που, βλέποντάς την από αυτή την πλευρά, ήταν σαν παράθυρο με φυμέ τζάμι. Δεν άφηνε να μπει φως —η μαυρίλα έμοιαζε να κολλά πάνω του— αλλά η Εγκουέν μπορούσε από μέσα της να δει τις άλλες που κινούνταν με αργόσυρτες κινήσεις, σαν μορφές σε εφιάλτη. Η Νυνάβε επέμεινε να μοιράσουν τις λάμπες με τα κοντάρια και να τις ανάψουν· η Λίαντριν συναίνεσε κακότροπα, προφανώς προτιμώντας να βιαστούν.
Όταν πέρασε η Νυνάβε από την Πύλη —οδηγώντας αργά, τόσο αργά, τη φοράδα της— η Εγκουέν παραλίγο θα έτρεχε να την αγκαλιάσει, και μεγάλο μέρος της χαράς της οφειλόταν στη λάμπα που κρατούσε η Νυνάβε. Ο κύκλος του φωτός που έριχνε η λάμπα ήταν μικρότερος απ’ όσο θα έπρεπε —το σκοτάδι έμοιαζε να πιέζει το φως, να το σπρώχνει πίσω στη λάμπα— αλλά η Εγκουέν ένιωθε το σκοτάδι να πιέζει και την ίδια, σαν να είχε βάρος. Αντίθετα, αρκέστηκε να πει, «Η Μπέλα είναι καλά, κι εγώ δεν έσπασα το κεφάλι μου, αν και μου άξιζε».