Η Εγκουέν και οι άλλες έμειναν σιωπηλές.
Η Λίαντριν συνέχισε από Οδηγό σε Οδηγό, παίρνοντας γέφυρες και ράμπες, οι οποίες έμοιαζαν να μην έχουν κανένα υποστήριγμα μέσα στο ατέλειωτο σκοτάδι. Η Άες Σεντάι δεν έδινε σχεδόν καμία σημασία στις υπόλοιπες, και η Εγκουέν στο τέλος αναρωτήθηκε αν η Λίαντριν θα γυρνούσε να ψάξει σε περίπτωση που κάποια έμενε πίσω. Ίσως και οι άλλες να είχαν κάνει την ίδια σκέψη, γιατί όλες προχωρούσαν με τα άλογα σχεδόν κολλητά στη μαύρη φοράδα.
Η Εγκουέν ξαφνιάστηκε συνειδητοποιώντας ότι ακόμα ένιωθε την έλξη του σαϊντάρ, τόσο την παρουσία του θηλυκού μισού της Αληθινής Πηγής, όσο και την επιθυμία να το αγγίξει, να διαβιβάσει τη ροή. Για κάποιον λόγο πίστευε πως το μόλυσμα του Σκοτεινού στις Οδούς θα της το έκρυβε. Κατά κάποιον τρόπο ένιωθε αυτό το μόλυσμα. Ήταν αχνό και δεν είχε καμία σχέση με το σαϊντάρ, αλλά ήταν σίγουρη πως, αν άπλωνε εδώ προς την Αληθινή Πηγή, θα ήταν σαν να άπλωνε το χέρι της γυμνό μέσα από ρυπαρό, λιγδερό καπνό για να φτάσει ένα καθαρό φλιτζάνι. Ό,τι κι αν έκανε θα ήταν μολυσμένο. Για πρώτη φορά εδώ και βδομάδες, δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να αντισταθεί στην έλξη του σαϊντάρ.
Στον έξω κόσμο θα είχε πέσει η νύχτα βαθιά, όταν η Λίαντριν ξεπέζεψε σε ένα νησί, και ανακοίνωσε ότι θα σταματούσαν για να φάνε και να κοιμηθούν, και ότι είχε φαγητό στο φορτωμένο άλογο.
«Μοιράστε το», είπε, χωρίς να κάνει τον κόπο να το πει σε κάποια συγκεκριμένα. «Θα κάνουμε κοντά στις δυο μέρες για να φτάσουμε στο Τόμαν Χεντ. Δεν θέλω να φτάσετε πεινασμένες, αν ήσασταν τόσο ανόητες ώστε να μην φέρετε φαγητό μαζί σας». Ξεσέλωσε και πεδίκλωσε με ζωηρές κινήσεις τη φοράδα της, αλλά μετά κάθισε στη σέλα και περίμενε να της φέρουν κάτι να φάει.
Η Ηλαίην πήγε στη Λίαντριν ψωμί και τυρί. Η Άες Σεντάι έδειχνε καθαρά ότι δεν ήθελε την παρέα τους, κι έτσι οι άλλες έφαγαν το φαγητό τους λίγο παραπέρα, καθισμένες στις σέλες που τις είχαν τραβήξει κοντά. Το σκοτάδι πέρα από τις λάμπες δεν ήταν το καλύτερο ορεκτικό.
Μετά από λίγη ώρα, η Εγκουέν είπε, «Λίαντριν Σεντάι, τι θα γίνει αν ανταμώσουμε το Μαύρο Άνεμο;» Η Μιν ανοιγόκλεισε το στόμα, επαναλαμβάνοντας ερωτηματικά τη λέξη χωρίς να βγάλει ήχο, όμως η Ηλαίην τινάχτηκε. «Η Μουαραίν Σεντάι είπε ότι δεν μπορείς να το σκοτώσεις, ή να το πληγώσεις πολύ, και νιώθω ότι το μόλυσμα σ’ αυτό το μέρος είναι έτοιμο να διαφθείρει ό,τι μπορούμε να κάνουμε με τη Δύναμη».
«Ούτε καν θα σκεφτείτε την Πηγή, αν δεν σας πω εγώ», είπε απότομα η Λίαντριν. «Αν κάποια σαν και σας προσπαθούσε να διαβιβάσει εδώ, στις Οδούς, μπορεί να τρελαινόταν, σαν άνδρας. Λεν έχετε την εκπαίδευση για να αντιμετωπίσετε το μόλυσμα των ανδρών που τις έφτιαξαν. Αν εμφανιστεί ο Μαύρος Άνεμος, θα τον αναλάβω εγώ». Σούφρωσε τα χείλη, κοιτάζοντας εξεταστικά ένα κομμάτι άσπρο τυρί. «Η Μουαραίν δεν ξέρει όσα νομίζει». Έριξε το τυρί στο στόμα της χαμογελώντας».
«Δεν τη συμπαθώ», μουρμούρισε η Εγκουέν, χαμηλόφωνα, για να μην την ακούσει η Άες Σεντάι.
«Αν μπορεί η Μουαραίν να συνεργαστεί μαζί της», είπε ήσυχα η Νυνάβε, «τότε μπορούμε κι εμείς. Όχι ότι η Μουαραίν μ’ αρέσει καλύτερα από τη Λίαντριν, αλλά, αν ξανάρχισαν να ασχολούνται με τον Ραντ και τους άλλους...» Έμεινε σιωπηλή, τράβηξε ψηλά το μανδύα της. Το σκοτάδι δεν ήταν κρύο, αλλά φαινόταν ότι έπρεπε να είναι.
«Τι είναι αυτός ο Μαύρος Άνεμος;» ρώτησε η Μιν. Όταν της εξήγησε η Ηλαίην, αναφέροντας πολλά απ’ αυτά που είχαν πει η μητέρα της και η Ελάιντα, η Μιν αναστέναξε. «Το Σχήμα θα τ’ ακούσει για τα καλά. Δεν ξέρω αν υπάρχει άνδρας που να αξίζει τόσο».
«Δεν ήσουν υποχρεωμένη να έρθεις», της θύμισε η Εγκουέν. «Μπορούσες να φύγεις όποτε ήθελες. Κανένας δεν θα σε εμπόδιζε να φύγεις από τον Πύργο».
«Ε, θα μπορούσα να πάρω τους δρόμους», είπε πικρά η Μιν. «Όσο εύκολα θα το έκανες κι εσύ, ή η Ηλαίην. Το Σχήμα δεν το νοιάζει τι θέλουμε. Εγκουέν, τι θα γινόταν, αν μετά από τόσα που κάνεις γι’ αυτόν, ο Ραντ δεν σε παντρευτεί; Αν παντρευτεί κάποια γυναίκα που δεν έχεις ξαναδεί, ή την Ηλαίην, ή εμένα; Τι γίνεται τότε;»
Η Ηλαίην χαχάνισε. «Η μητέρα δεν θα το ενέκρινε».
Η Εγκουέν έμεινε σιωπηλή για λίγο. Ο Ραντ ίσως δεν προλάβαινε να ζήσει για να παντρευτεί καμία. Και αν παντρευόταν... Δεν μπορούσε να φανταστεί τον Ραντ να πειράζει κανέναν. Ακόμα κι αν τρελαθεί; Έπρεπε να υπάρχει τρόπος να το εμποδίσει, τρόπος να το αλλάξει· οι Άες Σεντάι ήξεραν τόσα πολλά, μπορούσαν να κάνουν τόσα. Αν μπορούν να το σταματήσουν, γιατί δεν το κάνουν; Η μόνη απάντηση ήταν ότι δεν μπορούσαν, και δεν ήταν αυτή η απάντηση που ήθελε.