Выбрать главу

Προσπάθησε να μιλήσει κεφάτα. «Δεν πιστεύω να τον παντρευτώ τελικά. Οι Άες Σεντάι, ξέρεις, σπάνια παντρεύονται. Αλλά, αν ήμουν στη θέση σου, δεν θα τον γλυκοκοίταζα. Ή αν ήμουν στη δική σου θέση, Ηλαίην. Νομίζω πως δεν....» Η φωνή της κόμπιασε, και έβηξε για να το κρύψει. «Νομίζω πως δεν θα παντρευτεί ποτέ. Αλλά, αν το κάνει, τότε τις καλύτερες ευχές μου σ’ όποια καταλήξει, ακόμα κι αν είναι μία από σας». Σκέφτηκε πως το έλεγε σαν να το εννοούσε. «Είναι πεισματάρης σαν μουλάρι, ξεροκέφαλος μέχρι αηδίας, αλλά είναι καλός». Η φωνή της τρεμούλιασε, αλλά κατάφερε να κάνει το τρέμουλο γέλιο.

«Όσο και να λες ότι δεν σε νοιάζει», είπε η Ηλαίην, «νομίζω ότι ούτε εσύ θα το ενέκρινες. Είναι ενδιαφέρων, Εγκουέν. Πιο ενδιαφέρων από κάθε άλλο άνδρα που έχω γνωρίσει, έστω κι αν είναι βοσκός. Αν είσαι τόσο χαζή που να τον παρατήσεις, τότε εσύ η ίδια θα φταις, αν αποφασίσω να αψηφήσω και εσένα και τη μητέρα μου. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά που ο Πρίγκιπας του Άντορ δεν είχε τίτλο πριν το γάμο. Αλλά δεν είσαι τόσο χαζή, γι’ αυτό μην προσποιείσαι. Σίγουρα θα διαλέξεις το Πράσινο Άτζα και θα γίνει ένας από τους Προμάχους σου. Οι μόνες Πράσινες που ξέρω ότι έχουν έναν μόνο Πρόμαχο, είναι παντρεμένες μ’ αυτόν».

Η Εγκουέν πίεσε τον εαυτό της να συνεχίσει στο ίδιο πνεύμα, λέγοντας ότι, αν γινόταν Πράσινη, θα είχε δέκα Προμάχους.

Η Μιν την παρακολουθούσε κατσουφιασμένη, και η Νυνάβε παρακολουθούσε τη Μιν σκεφτική. Σιγά σιγά έμειναν σιωπηλές, ενώ άλλαζαν ρούχα κι έβαζαν πιο κατάλληλα για το ταξίδι με τα άλογα. Δεν ήταν εύκολο να κρατήσουν το ηθικό τους ψηλά σε κείνο τον τόπο.

Η Εγκουέν άργησε να κοιμηθεί και ο ύπνος της ήταν ταραγμένος, γεμάτος άσχημα όνειρα. Δεν ονειρεύτηκε τον Ραντ, αλλά τον άνδρα που τα μάτια του ήταν φωτιά. Αυτή τη φορά το πρόσωπο του δεν είχε μάσκα, και ήταν φρικτό, όλο εγκαύματα που είχαν σχεδόν γιατρευτεί. Μόνο την κοίταζε και γελούσε, αλλά αυτό ήταν χειρότερο από τα όνειρα που ακολούθησαν, όνειρα στα οποία χανόταν στις Οδούς για πάντα, στα οποία ο Μαύρος Άνεμος την κυνηγούσε. Ένιωσε ευγνωμοσύνη όταν η Λίαντριν την κλώτσησε στα πλευρά με τη μπότα ιππασίας της για να την ξυπνήσει· ένιωθε σαν να μην είχε κοιμηθεί καθόλου.

Η Λίαντριν τις έβαλε να ακολουθήσουν κουραστικό ρυθμό εκείνη τη μέρα, ή το αντίστοιχο της μέρας εκεί αφού ο μόνος ήλιος ήταν οι λάμπες τους, και δεν τις άφησε να σταματήσουν για ύπνο παρά μόνο όταν άρχισαν να ταλαντεύονται στις σέλες τους. Η πέτρα ήταν σκληρό κρεβάτι, αλλά η Λίαντριν, δίχως να τις λυπηθεί, τις σήκωσε μετά από λίγες ώρες, χωρίς σχεδόν να τις περιμένει να ανέβουν στα άλογα πριν ξεκινήσει. Ράμπες και γέφυρες, Νησιά και Οδηγοί. Η Εγκουέν είδε τόσα σε κείνο το μαύρο σκοτάδι, που έχασε το μέτρημα. Είχε ήδη χάσει προ πολλού το μέτρημα των ωρών ή των ημερών που είχαν περάσει. Η Λίαντριν επέτρεπε μόνο σύντομες στάσεις για να φάνε και να ξεκουράσουν τα άλογα, και το σκοτάδι ήταν ασήκωτο στους ώμους τους. Έγερναν στις σέλες σαν σακιά με σιτάρι, εκτός από τη Λίαντριν. Η Άες Σεντάι έμοιαζε απρόσβλητη από την κούραση και το σκοτάδι. Ήταν ακόμα ακμαία όσο και πριν στον Λευκό Πύργο, και εξίσου ψυχρή. Δεν άφηνε καμιά να κοιτάζει την περγαμηνή, καθώς τη σύγκρινε με τους Οδηγούς και μετά την έκρυβε. «Δεν θα το καταλάβεις», είχε πει απότομα στη Νυνάβε.

Και μετά, εκεί που η Εγκουέν ανοιγόκλεινε τα μάτια κουρασμένη, η Λίαντριν απομακρύνθηκε από έναν Οδηγό, όχι προς την κατεύθυνση μιας άλλης γέφυρας ή ράμπας, αλλά ακολουθώντας μια φαγωμένη άσπρη γραμμή, που χανόταν στο σκοτάδι. Η Εγκουέν κοίταζε τις φίλες της και όλες έτρεξαν πίσω της. Μπροστά, στο φως της λάμπας της, η Άες Σεντάι ήδη έβγαζε το φύλλο του Αβεντεσόρα από τη θέση του σε μια Πύλη.

«Εδώ είμαστε», είπε η Λίαντριν χαμογελώντας. «Επιτέλους, σας έφερα εκεί που πρέπει να πάτε».

40

Νταμέην

Η Εγκουέν ξεπέζεψε καθώς άνοιγε η Πύλη, και, όταν η Λίαντριν έκανε νόημα να βγουν, οδήγησε έξω τη δασύτριχη φοράδα με προσοχή. Ακόμα κι έτσι, τόσο η ίδια όσο και η Μπέλα σκόνταψαν στους θάμνους που είχε ισιώσει η Πύλη που άνοιγε, καθώς ξαφνικά φάνηκαν να κινούνται ακόμα πιο αργά. Ένας φράχτης από πυκνούς θάμνους περικύκλωνε κι έκρυβε την πύλη. Υπήρχαν μόνο λίγα δέντρα εκεί κοντά, και η πρωινή αύρα χάιδευε τα φυλλώματα, που δεν έδειχναν πολύ πιο πράσινα από τα φύλλα στην Ταρ Βάλον.

Καθώς παρακολουθούσε τις φίλες της που έβγαιναν, είχε περάσει ένα ολόκληρο λεπτό που βρισκόταν εκεί πριν αντιληφθεί ότι ήδη υπήρχαν κι άλλοι εκεί, αθέατοι πίσω από τις πόρτες. Όταν τους πρόσεξε, στάθηκε κοιτάζοντας αβέβαια· δεν είχε δει πιο παράξενη ομάδα, και είχε ακούσει πολλές φήμες για πόλεμο στο Τόμαν Χεντ.

Ήταν αρματωμένοι άνδρες, καμιά πενηνταριά τουλάχιστον, με θώρακα από επικαλυπτόμενα ατσάλινα ελάσματα και μουνιά μαύρα κράνη με μορφή εντόμου· κάθονταν στις σέλες, ή στέκονταν πλάι στα άλογά τους, περιεργάζονταν την Εγκουέν και τις γυναίκες που έβγαιναν και κοίταζαν την Πύλη, μουρμουρίζοντας μεταξύ τους. Ο μόνος που δεν είχε καλυμμένο το πρόσωπο, ένας ψηλός, μελαχρινός με γαμψή μύτη, ο οποίος στεκόταν κρατώντας ένα επιχρυσωμένο και ζωγραφισμένο κράνος κόντρα στο γοφό του, φαινόταν έκπληκτος απ’ αυτό που έβλεπε. Μαζί με τους στρατιώτες ήταν και γυναίκες. Οι δυο φορούσαν απλά σκουρόγκριζα φορέματα και πλατιά ασημένια κολάρα και στέκονταν κοιτάζοντας προσηλωμένες εκείνες που έβγαιναν από την Πύλη, καθεμιά με μια άλλη γυναίκα πίσω της κοντά, που ήταν σαν έτοιμη να της ψιθυρίσει στο αυτί. Δυο άλλες γυναίκες στέκονταν παράμερα, φορώντας πλατιές, σχιστές φούστες, που δεν έφταναν ούτε ως τον αστράγαλό τους και είχαν διακριτικά με κεντητούς διχαλωτούς κεραυνούς στον κόρφο και στη φούστα. Η πιο παράξενη ήταν η τελευταία γυναίκα, που ξάπλωνε σε ένα παλανκίνο που το σήκωναν οκτώ μυώδεις γυμνόστηθοι άνδρες με φαρδιά, μαύρα παντελόνια. Τα πλαϊνά του κεφαλιού της ήταν ξυρισμένα, έτσι που μόνο ένα πλατύ λοφίο μελαχρινών μαλλιών έμενε και κυλούσε στην πλάτη της. Μια μακριά κρεμ ρόμπα στολισμένη με λουλούδια και πουλιά σε γαλάζια οβάλ ήταν προσεκτικά τακτοποιημένη, έτσι ώστε να δείχνει το λευκό φόρεμά της με τις πιέτες. Τα νύχια της έφταναν τους τρεις πόντους, κι εκείνα που ήταν στο δείκτη και το μέσο κάθε χεριού ήταν βερνικωμένα γαλάζια.