Выбрать главу

«Λίαντριν Σεντάι», ρώτησε ανήσυχα η Εγκουέν, «ξέρεις ποιοι, είναι αυτοί οι άνθρωποι;» Οι φίλες της έπαιζαν τα χαλινάρια, σαν να αναρωτιόντουσαν μήπως έπρεπε να καβαλήσουν τα άλογα και να τρέξουν, αλλά η Λίαντριν ξανάβαλε το φύλλο του Αβεντεσόρα στη θέση του και προχώρησε με σιγουριά, ενώ η Πύλη άρχισε να κλείνει.

«Η Υψηλή Αρχόντισσα Σούροθ;» είπε η Λίαντριν, κάτι ανάμεσα σε ερώτηση και δήλωση.

Η γυναίκα στο παλανκίνο ένευσε ανεπαίσθητα. «Είσαι η Λίαντριν». Η ομιλία της ήταν συρτή, και η Εγκουέν άργησε μια στιγμή να την καταλάβει. «Άες Σεντάι», πρόσθεσε η Σούροθ, στραβώνοντας κάπως τα χείλη, κι ένα μουρμουρητό ακούστηκε από τους στρατιώτες. «Πρέπει να τελειώνουμε από δω γρήγορα, Λίαντριν. Υπάρχουν περιπολίες και δεν πρέπει να μας βρουν. Νομίζω ότι ούτε εσύ ούτε εγώ δα απολαμβάναμε την παρέα των Αναζητητών της Αλήθειας. Θέλω να γυρίσω στο Φάλμε, πριν καταλάβει ο Τούρακ ότι έφυγα».

«Τι λες τώρα;» ζήτησε να μάθει η Νυνάβε. «Τι λέει αυτή, Λίαντριν;»

Η Λίαντριν έπιασε τη Νυνάβε και την Εγκουέν από τον ώμο. «Γι’ αυτές τις δύο, ξέρεις. Και υπάρχει άλλη μία». Έδειξε την Ηλαίην με μια κίνηση του κεφαλιού. «Είναι η Κόρη-Διάδοχος του Άντορ».

Οι δύο γυναίκες με τον κεραυνό στα φορέματά τους πλησίαζαν την ομάδα μπροστά στην Πύλη —η Νυνάβε πρόσεξε ότι κρατούσαν κουλούρες από κάποιο ασημόχρωμο μέταλλο— και μαζί τους ερχόταν ο στρατιώτης που είχε το κεφάλι ακάλυπτο. Δεν άγγιζε τη λαβή του σπαθιού, η οποία ξεπρόβαλλε πάνω από τον ώμο του, και χαμογελούσε φιλικά, αλλά η Εγκουέν τον κοίταζε με προσοχή. Η Λίαντριν δεν φαινόταν ταραγμένη· αλλιώς η Εγκουέν θα είχε πηδήξει την ίδια στιγμή στην Μπέλα.

«Λίαντριν Σεντάι», είπε πιεστικά, «ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι; Είναι εδώ για να βοηθήσουν κι αυτοί τον Ραντ και τους άλλους;»

Ο άνδρας με τη γαμψή μύτη ξαφνικά άρπαξε τη Μιν και την Ηλαίην από το σβέρκο, και όλα φάνηκαν να συμβαίνουν την ίδια στιγμή. Ο άνδρας φώναξε μια βλαστήμια, και μια γυναίκα τσίριξε, ή ίσως περισσότερες· η Εγκουέν δεν ήταν σίγουρη. Ξαφνικά το αεράκι έγινε μανιασμένος αέρας, που παρέσυρε τη θυμωμένη κραυγή της Λίαντριν μαζί με σύννεφα χώματος και φύλλων και έκανε τα δένδρα να λυγίσουν και να βογκήξουν. Τα άλογα σηκώθηκαν στα πίσω πόδια, χλιμιντρίζοντας στριγκά. Και μια γυναίκα στερέωσε κάτι στο λαιμό της Εγκουέν.

Με το μανδύα της να πεταρίζει σαν πανί, η Εγκουέν στάθηκε κόντρα στον άνεμο και τράβηξε ένα αντικείμενο που έμοιαζε με κολάρο από λείο μέταλλο. Αυτό δεν υποχώρησε· τα τρομαγμένα δάχτυλα της έλεγαν ότι ήταν μονοκόμματο, αν και έπρεπε να είχε κάποιο δέσιμο. Οι ασημόχρωμες κουλούρες που κρατούσε η γυναίκα τώρα περνούσαν πάνω από τον ώμο της Εγκουέν και στην άλλη άκρη κατέληγαν σε ένα λαμπερό βραχιόλι στον αριστερό καρπό της γυναίκας, Η Εγκουέν έσφιξε γερά τη γροθιά της και χτύπησε την άλλη γυναίκα μ’ όλη της τη δύναμη, πάνω στο μάτι — και παραπάτησε και έπεσε στα γόνατα, με το κεφάλι να κουδουνίζει. Είχε νιώσει σαν να την είχε χτυπήσει κατάμουτρα ένας μεγαλόσωμος άνδρας.

Όταν κατάφερε να ξαναδεί καθαρά, ο άνεμος είχε καταλαγιάσει. Μερικά άλογα τριγυρνούσαν αφύλαχτα, ανάμεσά τους η Μπέλα και η φοράδα της Ηλαίην, και μερικοί στρατιώτες έβριζαν και σηκώνονταν από το χώμα. Η Λίαντριν τίναζε γαλήνια σκόνη και φύλλα από το φόρεμά της. Η Μιν ήταν γονατισμένη, στηριγμένη στα χέρια, και προσπαθούσε σαν ζαλισμένη να σηκωθεί όρθια. Ο άνδρας με τη γαμψή μύτη στεκόταν από πάνω της και το χέρι του έσταζε αίμα. Το μαχαίρι της Μιν ήταν λίγο μακρύτερα, εκεί που δεν μπορούσε να το φτάσει, με τη μια όψη της λεπίδας βαμμένη με αίμα. Η Νυνάβε και η Ηλαίην δεν φαίνονταν πουθενά, κι έλειπε επίσης και η φοράδα της Νυνάβε. Το ίδιο και μερικοί στρατιώτες, και ένα από τα ζευγάρια των γυναικών. Τα άλλα δύο ήταν ακόμα εκεί, και η Εγκουέν τώρα είδε ότι τις σύνδεε ένα ασημένιο λουρί, ακριβώς σαν αυτό που την ένωνε με τη γυναίκα που στεκόταν από πάνω της.