Выбрать главу

Οι γυμνόστηθοι άνδρες γονάτισαν, χαμηλώνοντας το παλανκίνο στο έδαφος, και η Σούροθ κατέβηκε, σιάζοντας προσεκτικά τη ρόμπα της, και περπάτησε προς τη Λίαντριν με τα σανδαλοφορεμένα πόδια της. Οι δύο γυναίκες είχαν σχεδόν ίδιο ύψος. Καστανά μάτια κοίταξαν ανέκφραστα στα μαύρα.

«Θα μου έφερνες δύο», είπε η Σούροθ. «Αντίθετα, έχω μονάχα μία, ενώ δυο είναι ελεύθερες, κι η μια τους κατά πολύ ισχυρότερη απ’ όσο είχα αφεθεί να πιστέψω. Θα τραβήξει όλες τις κοντινές περιπόλους μας».

«Σου έφερα τρεις», είπε γαλήνια η Λίαντριν. «Αν δεν μπορείς να τις κρατήσεις, ίσως ο αφέντης μας θα πρέπει να βρει άλλη ανάμεσα σας για να τον υπηρετεί. Σε τρομάζουν ασήμαντα πράγματα. Αν έρθουν περίπολοι, σκότωσέ τις».

Μια αστραπή έλαμψε πάλι, όχι πολύ μακριά, και μερικές στιγμές αργότερα κάτι βρυχήθηκε σαν κεραυνός κάπου εκεί κοντά· ένα σύννεφο σκόνης υψώθηκε στον αέρα. Ούτε η Λίαντριν ούτε η Σούροθ έδωσαν σημασία.

«Και τώρα μπορώ να γυρίσω στο Φάλμε με δύο καινούργιες νταμέην», είπε η Σούροθ. «Θλίβομαι που επιτρέπω σε μια... Άες Σεντάι» —έφτυσε τις λέξεις σαν κατάρα— «να φύγει ελεύθερη».

Η έκφραση της Λίαντριν δεν άλλαξε, αλλά η Εγκουέν είδε ξαφνικά μια νεφέλη να λαμπυρίζει ολόγυρά της.

«Πρόσεχε, Υψηλή Αρχόντισσα», φώναξε η Ρέννα. «Στέκει έτοιμη!»

Μεταξύ των στρατιωτών επικράτησε αναταραχή, καθώς άπλωναν τα χέρια στα σπαθιά και τις λόγχες τους, αλλά η Σούροθ απλώς άγγιξε τις παλάμες της, χαμογελώντας πάνω από τα μακριά νύχια της. «Δεν θα τα βάλεις μαζί μου, Λίαντριν. Ο αφέντης μας θα το αποδοκίμαζε, καθώς σίγουρα με χρειάζεται εδώ περισσότερο από σένα, κι εσύ τον φοβάσαι πιο πολύ απ’ όσο φοβάσαι μήπως γίνεις νταμέην».

Η Λίαντριν χαμογέλασε, αν και λευκές πιτσιλάδες στα μάγουλά της έδειχναν το θυμό της. «Κι εσύ, Σούροθ, τον φοβάσαι πιο πολύ απ’ όσο φοβάσαι μήπως σε κάνω κάρβουνο εκεί που είσαι τώρα».

«Έτσι. Και οι δύο τον φοβόμαστε. Αλλά ακόμα και οι ανάγκες του αφέντη μας θα αλλάζουν με τον καιρό. Όλες οι μαράθ’νταμέην τελικά θα δεθούν στο λουρί. Ίσως εγώ θα είμαι εκείνη που θα περάσει το κολάρο στον ωραίο λαιμό σου».

«Όπως το λες, Σούροθ. Οι ανάγκες του αφέντη μας θα αλλάζουν. Θα σου το θυμίσω τη μέρα που θα γονατίσεις μπροστά μου».

Μια ψηλή σημύδα, περίπου ένα μίλι παραπέρα, ξαφνικά τυλίχτηκε στις φλόγες.

«Έγινε κουραστικό», είπε η Σούροθ. «Έλμπαρ, ανακάλεσε τους». Ο άνδρας με τη γαμψή μύτη έβγαλε ένα κέρας, όχι πιο μεγάλο από τη γροθιά του· άφησε ένα βραχνό, διαπεραστικό κάλεσμα.

«Πρέπει να βρεις την άλλη γυναίκα, τη Νυνάβε», είπε η Λίαντριν κοφτά. «Η Ηλαίην δεν είναι σημαντική, αλλά και η γυναίκα και η κοπέλα εδώ πρέπει να είναι στα πλοία μαζί σου όταν φύγεις».

«Ξέρω πολύ καλά τι λένε οι διαταγές, μαράθ’νταμέην, αν και θα έδινα πολλά για να μάθω το λόγο».

«Αυτά που άκουσες, παιδί μου», τη χλεύασε η Λίαντριν, «είναι όσα σου επιτρέπεται να ξέρεις. Μην ξεχνάς να υπηρετείς και να υπακούεις. Αυτές οι δύο πρέπει να μεταφερθούν στην άλλη πλευρά του Ωκεανού Άρυθ και να μείνουν εκεί».

Η Σούροθ ξεφύσηξε. «Δεν θα μείνω εδώ να βρω αυτή τη Νυνάβε. Δεν θα είμαι χρήσιμη στον αφέντη μου, αν ο Τούρακ με παραδώσει στους Αναζητητές της Αλήθειας». Η Λίαντριν άνοιξε θυμωμένη το στόμα της, αλλά η Σούροθ δεν την άφησε να πει λέξη. «Αυτή η γυναίκα δεν θα κυκλοφορεί ελεύθερη για πολύ. Ούτε η άλλη. Όταν σαλπάρουμε πάλι, θα πάρουμε μαζί μας με λουρί και με κολάρο όλες τις γυναίκες αυτής της ελεεινής γης που μπορούν να διαβιβάσουν, έστω και λίγο. Αν επιθυμείς να μείνεις για να ψάξεις, μείνε. Σύντομα θα έρθουν εδώ οι περίπολοι για να αντιμετωπίσουν τον όχλο, που ακόμα κρύβεται μακριά από τις πόλεις. Μερικές περίπολοι παίρνουν νταμέην μαζί τους, κι αυτές δεν νοιάζονται ποιον αφέντη υπηρετείς. Αν επιζήσεις από τη συνάντηση, το λουρί και το κολάρο θα σου μάθουν μια καινούργια ζωή, και δεν πιστεύω ότι ο αφέντης μας θα κάνει τον κόπο ελευθερώσει κάποια τόσο ανόητη που κάθισε να τη συλλάβουν».

«Αν μείνει έστω και μια τους εδώ», είπε η Λίαντριν με σφιγμένη φωνή, «ο αφέντης μας θα κάνει τον κόπο να ασχοληθεί μαζί σου, Σούροθ. Πιάσε και τις δύο, αλλιώς θα πληρώσεις το τίμημα». Πήγε στην Πύλη, σφίγγοντας τα χαλινάρια της φοράδας της. Σε λίγο η είσοδος έκλεισε πίσω της.