Выбрать главу

Οι στρατιώτες που κυνηγούσαν τη Νυνάβε και την Ηλαίην γύρισαν καλπάζοντας, μαζί με τις δυο γυναίκες, που ήταν ενωμένες με το λουρί, το κολάρο και το βραχιόλι, τη νταμέην και τη σουλ’ντάμ, που έρχονταν με τ’ άλογά τους δίπλα-δίπλα. Τρεις άνδρες τραβούσαν μαζί τους άλογα, που είχαν πτώματα ριγμένα στις σέλες. Η Εγκουέν ένιωσε να την πλημμυρίζει η ελπίδα, όταν είδε ότι τα πτώματα φορούσαν πανοπλία. Δεν είχαν πιάσει ούτε τη Νυνάβε, ούτε την Ηλαίην.

Η Μιν έκανε να σηκωθεί όρθια, αλλά ο άνδρας με τη γαμψή μύτη ακούμπησε τη μπότα του στη ράχη της και την έσπρωξε να πέσει στο χώμα. Εκείνη πάλεψε να ανασάνει κι έμεινε να κουνιέται εκεί αδύναμα. «Ζητώ την άδεια να μιλήσω, Υψηλή Αρχόντισσα», είπε ο άνδρας. Η Σούροθ έκανε μια μικρή κίνηση με το χέρι της, κι αυτός συνέχισε. «Αυτή η χωριάτισσα με έκοψε, Υψηλή Αρχόντισσα. Αν η Υψηλή Αρχόντισσα δεν τη χρειάζεται άλλο...;» Η Σούροθ έκανε πάλι μια μικρή κίνηση, ενώ ήδη έστριβε να φύγει, και εκείνος άπλωσε το χέρι πάνω από τον ώμο του για να πιάσει το σπαθί του.

«Όχι!» φώναξε η Εγκουέν. Άκουσε τη Ρέννα να βρίζει χαμηλόφωνα, και ξαφνικά το κάψιμο και η φαγούρα απλώθηκαν πάλι στο δέρμα της, χειρότερα από πριν, αλλά αυτή δεν σταμάτησε. «Σε παρακαλώ! Υψηλή Αρχόντισσα, σε παρακαλώ! Είναι φίλη μου!» Ένας πρωτόγνωρος πόνος την τρύπησε μέσα από το κάψιμο. Όλοι οι μύες της σφίχτηκαν και συσπάστηκαν· έπεσε στο χώμα με τα μούτρα, κλαψουρίζοντας, αλλά και πάλι είδε τη βαριά, κυρτή λεπίδα του Έλμπαρ να βγαίνει από τη θήκη, τον είδε να τη σηκώνει και με τα δύο χέρια. «Σε παρακαλώ! Αχ, Μιν!»

Ξαφνικά, ο πόνος χάθηκε, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ· μόνο η ανάμνηση έμενε. Μπροστά στο πρόσωπο της εμφανίστηκαν τα γαλάζια βελούδινα σανδάλια της Σούροθ, λεκιασμένα από το χώμα, αλλά το βλέμμα της ήταν στον Έλμπαρ. Στεκόταν εκεί με το σπαθί πάνω από το κεφάλι του και το βάρος του στο πόδι που πατούσε τη ράχη της Μιν... και δεν κουνιόταν.

«Αυτή η χωριάτισσα είναι φίλη σου;» είπε η Σούροθ.

Η Εγκουέν έκανε να σηκωθεί, αλλά, όταν η Σούροθ σήκωσε ένα φρύδι ξαφνιασμένη, έμεινε να κείτεται εκεί που ήταν και μόνο σήκωσε το κεφάλι. Έπρεπε να σώσει τη Μιν. Αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ικετεύσω... Άνοιξε τα χείλη και ευχήθηκε ότι τα σφιγμένα δόντια της θα έμοιαζαν κάπως με χαμόγελο. «Μάλιστα, Υψηλή Αρχόντισσα».

«Και αν τη λυπηθώ, αν της επιτρέψω να σε επισκέπτεται περιστασιακά, θα δουλέψεις σκληρά και θα κάνεις ότι σου μαθαίνουν;»

«Μάλιστα, Υψηλή Αρχόντισσα». Θα υποσχόταν πολλά περισσότερα για να μην ανοίξει εκείνο το σπαθί το κρανίο της Μιν. Μέχρι που θα κρατήσω την υπόσχεσή μου, σκέφτηκε ξινά, όσο χρειαστεί.

«Ανέβασε το κορίτσι στο άλογό του, Έλμπαρ», είπε η Σούροθ. «Δέσε την, αν δεν μπορεί να σταθεί στη σέλα. Αν αυτή η νταμέην αποδειχθεί απογοητευτική, τότε ίσως σε αφήσω να πάρεις το κεφάλι της μικρής». Είχε ξεκινήσει κιόλας για το παλανκίνο της.

Η Ρέννα τράβηξε απότομα όρθια την Εγκουέν και την έσπρωξε κατά την Μπέλα, αλλά η Εγκουέν είχε μάτια μόνο για τη Μιν. Ο Έλμπαρ δεν ήταν πιο ευγενικός με τη Μιν, αλλά της φαινόταν πως η Μιν ήταν καλά. Τουλάχιστον η Μιν δεν άφησε τον Έλμπαρ να τη δέσει στη σέλα και ανέβηκε στο μουνούχι της χωρίς πολλή βοήθεια.

Η αταίριαστη ομάδα ξεκίνησε για τα δυτικά, με τη Σούροθ να οδηγεί και τον Έλμπαρ κάπως πιο πίσω από το παλανκίνο, αρκετά κοντά όμως για να ανταποκριθεί αμέσως σε κάθε πρόσταγμα. Η Ρέννα και η Εγκουέν ήταν προς τα πίσω, μαζί με τη Μιν και την άλλη σουλ’ντάμ και τη νταμέην, πίσω από τους στρατιώτες. Η γυναίκα, που προφανώς σκόπευε να περάσει το κολάρο στη Νυνάβε, χάιδευε το κουλουριασμένο ασημόχρωμο λουρί που κρατούσε ακόμα, και φαινόταν θυμωμένη. Αραιά αλσύλλια υπήρχαν εδώ κι εκεί στον κάμπο με τα απαλά υψωματάκια, και σε λίγο ο καπνός της καμένης σημύδας ήταν μια μουτζούρα στον ουρανό πίσω τους.

«Η Υψηλή Αρχόντισσα σε τίμησε μιλώντας σου», είπε η Ρέννα μετά από ώρα. «Άλλες φορές, θα σε άφηνα να φορέσεις κορδέλα σε ανάμνηση αυτής της τιμής. Αλλά, εφόσον εσύ τράβηξες την προσοχή της σε σένα...»

Η Εγκουέν τσίριζε, όταν μια βέργα φάνηκε να τη χτυπά από πίσω, και ύστερα μια άλλη στο πόδι, στο χέρι. Έμοιαζαν να έρχονται από παντού· ήξερε όχι δεν μπορούσε να τις μπλοκάρει, όμως, άθελά της, σήκωσε τα χέρια, σαν να προσπαθούσε να σταματήσει τα χτυπήματα. Δάγκωσε τα χείλη για να πνίξει τα βογκητά της, αλλά δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της. Η Μπέλα χρεμέτισε και χοροπήδησε, αλλά το ασημένιο λουρί που κρατούσε σφιχτά η Ρέννα την εμπόδιζε να απομακρυνθεί με την Εγκουέν. Οι στρατιώτες ούτε που γύρισαν να κοιτάξουν.

«Τι της κάνεις;» φώναξε η Μιν. «Εγκουέν; Σταμάτα!»

«Αυτό που σε κρατά στη ζωή είναι η ανοχή... Μιν, έτσι είναι το όνομά σου;» είπε με πράο ύφος η Ρέννα. «Αυτό είναι μάθημα και για σένα. Όσο μπαίνεις στη μέση, δεν θα σταματήσει».