Η Μιν σήκωσε τη γροθιά, την άφησε να πέσει. «Δεν θα το ξανακάνω. Αλλά, σε παρακαλώ, σταμάτα. Εγκουέν, λυπάμαι».
Τα αόρατα χτυπήματα συνεχίστηκαν για μερικές στιγμές ακόμα, σαν να ήθελε η Ρέννα να δείξει στη Μιν ότι η παρέμβασή της δεν είχε καταφέρει τίποτα, και μετά έπαψαν, αλλά η Εγκουέν συνέχισε να τρέμει. Αυτή τη φορά ο πόνος δεν είχε χαθεί. Σήκωσε τα μανίκια της, περιμένοντας ότι θα έβλεπε καμτσικιές· το δέρμα της ήταν απείραχτο, αλλά ακόμα τις ένιωθε. Ξεροκατάπιε. «Δεν ήταν δικό σου το σφάλμα, Μιν». Η Μπέλα τίναξε το κεφάλι, με τα μάτια να κοιτάνε πάνω-κάτω, και η Εγκουέν χάιδεψε το δασύτριχο λαιμό της φοράδας. «Ούτε και δικό σου».
«Ήταν δικό σου σφάλμα, Εγκουέν», είπε η Ρέννα. Φαινόταν τόσο υπομονετική, έδειχνε να φέρεται με τόση καλοσύνη σε κάποιον τόσο αργόστροφο, που δεν έβλεπε τι ήταν το σωστό, που της Εγκουέν της ήρθε να ουρλιάξει. «Όταν τιμωρείται μια νταμέην, είναι πάντα δικό της το σφάλμα, έστω κι αν δεν ξέρει γιατί. Η νταμέην πρέπει να προλαβαίνει το θέλημα της σουλ’ντάμ. Αλλά αυτή τη φορά, ξέρεις το λόγο. Οι νταμέην είναι σαν έπιπλα, η εργαλεία, πάντα εκεί, έτοιμα να χρησιμοποιηθούν, αλλά χωρίς ποτέ να επιζητούν την προσοχή. Ειδικά την προσοχή κάποιας του Αίματος».
Η Εγκουέν δάγκωσε το χείλι της, τόσο δυνατά που γεύτηκε αίμα. Είναι εφτάλτης. Δεν μπορεί να συμβαίνει. Γιατί το έκανε η Λίαντριν; Γιατί συμβαίνει αυτό; «Μπορώ... μπορώ να ρωτήσω κάτι;»
«Σε μένα, μπορείς». Η Ρέννα χαμογέλασε. «Πολλές σουλ’ντάμ θα φορέσουν το βραχιόλι σου τα επόμενα χρόνια — οι σουλ’ντάμ είναι πάντα πολύ περισσότερες από τις νταμέην— και μερικές θα σου έβγαζαν το τομάρι σε λουρίδες, αν σήκωνες τα μάτια από το πάτωμα, ή αν άνοιγες το στόμα σου δίχως άδεια, αλλά εγώ δεν βλέπω το λόγο να σου απαγορεύω να μιλάς, αρκεί να προσέχεις τι λες». Μια από τις άλλες σουλ’ντάμ ξεφύσηξε δυνατά· ήταν συνδεμένη με μια όμορφη, μεσήλικη γυναίκα με μελαχρινά μαλλιά, που κοίταζε μονάχα τα χέρια της.
«Η Λίαντριν» —η Εγκουέν δεν θα την προσφωνούσε με τον τίτλο της, ποτέ ξανά— «και η Υψηλή Αρχόντισσα μίλησαν για έναν αφέντη, τον οποίον υπηρετούν και οι δύο». Της ήρθε στο νου η εικόνα ενός άνδρα με σχεδόν γιατρεμένα εγκαύματα στο πρόσωπο, με μάτια και στόμα που μερικές φορές γίνονταν φωτιά, αλλά, ακόμα κι αν ήταν μονάχα μια μορφή στα όνειρά της, ήταν πολύ φρικτός για να τον σκέφτεται. «Ποιος είναι; Τι θέλει από μένα — και τη Μιν;» Ήξερε ότι ήταν ανόητο που απέφευγε να ονομάσει τη Νυνάβε —δεν φανταζόταν ότι αυτοί οι άνθρωποι θα ξεχνούσαν την ύπαρξη της, επειδή θα αποσιωπούσε το όνομά της, ειδικά η γαλανομάτα σουλ’ντάμ που χάιδευε το άδειο λουρί της— αλλά δεν της ερχόταν άλλος τρόπος στο νου για να αντεπιτεθεί.
«Οι υποθέσεις του Αίματος», είπε η Ρέννα, «δεν είναι για μένα, και σίγουρα δεν είναι για σένα. Η Υψηλή Αρχόντισσα θα μου πει ό,τι θέλει να ξέρω, κι εγώ θα σου πω ό,τι θέλω να ξέρεις. Ό,τι άλλο ακούσεις ή δεις πρέπει να το παίρνεις σαν να μην ειπώθηκε ποτέ, σαν να μην συνέβη ποτέ. Είναι το πιο ασφαλές, ειδικά για μια νταμέην. Οι νταμέην είναι πολύτιμες και δεν τις σκοτώνουμε επιπόλαια, αλλά ίσως βρεις ότι, πέρα από την αυστηρή τιμωρία, θα σου λείπει η γλώσσα για να μιλήσεις, ή τα χέρια για να γράψεις. Οι νταμέην μπορούν να κάνουν ό,τι πρέπει να κάνουν και χωρίς αυτά».
Η Εγκουέν ανατρίχιασε, αν και δεν έκανε κρύο. Καθώς σήκωνε το μανδύα στους ώμους της, το χέρι της άγγιξε το λουρί, και το τράβηξε με θυμό. «Είναι φρικτό πράγμα. Πώς μπορείτε να το κάνετε σε οποιονδήποτε; Ποιο άρρωστο μυαλό το σκέφτηκε;»
Η γαλανομάτα σουλ’ντάμ με το άδειο λουρί μούγκρισε, «Πάει κιόλας γυρεύοντας να χάσει τη γλώσσα της, Ρέννα».
Η Ρέννα απλώς χαμογέλασε υπομονετικά. «Γιατί είναι φρικτό; Μπορούμε να αφήσουμε να κυκλοφορούν ελεύθερες όσες κάνουν αυτά που μπορούν να κάνουν οι νταμέην, Μερικές φορές γεννιούνται άνδρες που θα ήταν μαράθ’νταμέην, αν ήταν γυναίκες —άκουσα ότι αυτό συμβαίνει κι εδώ — και πρέπει φυσικά να σκοτωθούν, αλλά οι γυναίκες δεν τρελαίνονται. Καλύτερα γι’ αυτές να γίνουν νταμέην παρά να προκαλούν προβλήματα διεκδικώντας την εξουσία. Όσο για το μυαλό που πρωτοσκέφτηκε το α’ντάμ, ήταν το μυαλό μιας γυναίκας που έλεγε ότι ήταν Άες Σεντάι».
Η Εγκουέν κατάλαβε ότι το πρόσωπο της είχε μια έκφραση απόλυτης δυσπιστίας, επειδή η Ρέννα γέλασε δυνατά. «Όταν ο Λουθαίρ Πέντραγκ Μόντγουιν, γιος του Γερακόφτερου, αντιμετώπισε πρώτος τις Στρατιές της Νύχτας, βρήκε εκεί πολλές που αυτοαποκαλούνταν Άες Σεντάι. Συναγωνίζονταν μεταξύ τους για την εξουσία και χρησιμοποιούσαν τη Μία Δύναμη στο πεδίο της μάχης. Μια απ’ αυτές, μια γυναίκα ονόματι Ντηαίν, η οποία νόμιζε ότι θα ήταν καλύτερο γι’ αυτήν να υπηρετήσει τον Αυτοκράτορα —βέβαια, τότε δεν ήταν ακόμα Αυτοκράτορας — εφόσον αυτός δεν είχε Άες Σεντάι στα στρατεύματά του, τον πλησίασε με μια συσκευή που είχε φτιάξει, το πρώτο α’ντάμ, δεμένο στο λαιμό μιας αδελφής της. Αν κι εκείνη η γυναίκα δεν ήθελε να υπηρετήσει τον Λουθαίρ, το α’ντάμ την ανάγκασε. Η Ντηαίν έκανε κι άλλα α’ντάμ, βρέθηκαν οι πρώτες σουλ’ντάμ, και οι αιχμαλωτισμένες γυναίκες, που έλεγαν ότι ήταν Άες Σεντάι, ανακάλυψαν ότι στην πραγματικότητα μόνο μαράθ’νταμέην, Εκείνες που Πρέπει να Δεθούν. Λέγεται ότι, όταν και η ίδια η Ντηαίν δέθηκε στο λουρί, οι κραυγές της τράνταξαν τους Πύργους του Μεσονυκτίου, αλλά φυσικά ήταν κι αυτή μαράθ’νταμέην, και οι μαράθ’νταμέην δεν επιτρέπεται να τριγυρνούν ελεύθερες. Ίσως να είσαι μια από εκείνες που έχουν την ικανότητα να φτιάχνουν α’ντάμ. Αν ναι, θα σε περιποιηθούν καλά, μείνε ήσυχη γι’ αυτό».