Η Εγκουέν κοίταζε με λαχτάρα την περιοχή που περνούσαν. Είχαν αρχίσει να εμφανίζονται χαμηλοί λόφοι, και από τα αραιά αλσύλλια είχαν απομείνει μονάχα σκόρπιες συστάδες, αλλά ήταν σίγουρη πως μπορούσε να κρυφτεί εκεί. «Αυτό έχω να περιμένω, ότι θα με περιποιούνται σαν σκυλάκι;» είπε πικρά. «Μια ζωή να είμαι αλυσοδεμένη σε άνδρες και γυναίκες που θα με περνούν για ζώο;»
«Όχι άνδρες». Η Ρέννα γέλασε πνιχτά. «Οι σουλ’ντάμ είναι πάντα γυναίκες. Αν φορέσει άνδρας αυτό το βραχιόλι, τις πιο πολλές φορές δεν γίνεται τίποτα».
«Και μερικές φορές», πρόσθεσε σκληρά η γαλανομάτα σουλ’ντάμ, «πεθαίνετε μαζί κι οι δυο ουρλιάζοντας». Είχε στενό πρόσωπο και σφιγμένο στόμα με λεπτά χείλη, και η Εγκουέν κατάλαβε ότι ο θυμός πρέπει να ήταν η μόνιμη έκφραση του προσώπου της. «Μερικές φορές η Αυτοκράτειρα παίζει με τους άρχοντες, συνδέοντάς τους με μια νταμέην. Οι άρχοντες ιδρώνουν και η Αυλή των Εννιά Φεγγαριών διασκεδάζει. Ο άρχοντας που συνδέεται ποτέ δεν ξέρει από πριν αν θα ζήσει ή θα πεθάνει, ούτε και η νταμέην». Άφησε ένα άσπλαχνο γέλιο.
«Μόνο η Αυτοκράτειρα μπορεί να σπαταλά νταμέην με τέτοιο τρόπο, Άλχουιν», είπε απότομα η Ρέννα, «και δεν σκοπεύω να εκπαιδεύσω αυτή την νταμέην για να πάει άδικα».
«Δεν είδα καθόλου εκπαίδευση ως τώρα, Ρέννα. Μόνο κουβεντούλα, σαν να ’σασταν φιλενάδες από μικρές».
«Ίσως είναι καιρός να δούμε τι μπορεί να κάνει», είπε η Ρέννα, κοιτάζοντας εξεταστικά την Εγκουέν. «Έχεις αρκετό έλεγχο για να δοκιμάσεις απ’ αυτή την απόσταση;» Έδειξε μια ψηλή βαλανιδιά, που στεκόταν μόνη στην κορφή ενός λόφου.
Η Εγκουέν κοίταζε συνοφρυωμένη το δένδρο, το οποίο απείχε περίπου μισό μίλι από τη γραμμή που σχημάτιζαν οι στρατιώτες και το παλανκίνο της Σούροθ. Δεν είχε δοκιμάσει ποτέ κάτι σε απόσταση μεγαλύτερη απ’ όσο άπλωνε τα χέρια της, αλλά της φαινόταν ότι ίσως μπορούσε. «Δεν ξέρω», είπε.
«Δοκίμασε», είπε η Ρέννα. «Νιώσε το δέντρο. Νιώσε το χυμό στο δέντρο. Θέλω να το κάνεις όχι απλώς καυτό, αλλά τόσο καυτό που κάθε σταγόνα χυμού σ’ όλα τα κλαριά να γίνει ατμός την ίδια στιγμή. Κάν’ το».
Η Εγκουέν σοκαρίστηκε, όταν κατάλαβε ότι ήθελε να κάνει αυτό που τη διέταζε η Ρέννα. Δεν είχε διαβιβάσει, δεν είχε αγγίξει καν το σαϊντάρ, εδώ και δύο μέρες· η λαχτάρα για να τη γεμίσει η Μία Δύναμη την έκανε να ανατριχιάσει. «Δεν» —αμέσως απέρριψε το «δεν θα το κάνω»· τα ανύπαρκτα σημάδια των καμτσικιών ακόμα έτσουζαν, τόσο που δεν θα έκανε καμιά ανοησία— «μπορώ», κατέληξε. «Είναι πολύ μακριά, και δεν το έχω ξανακάνει».
Μια από τις σουλ’ντάμ κάγχασε, και η Άλχουιν είπε, «Ούτε που δοκίμασε».
Η Ρέννα κούνησε το κεφάλι, σχεδόν θλιμμένα. «Όταν είσαι σουλ’ντάμ αρκετό καιρό», είπε στην Εγκουέν, «μαθαίνεις να καταλαβαίνεις πολλά πράγματα για μια νταμέην, ακόμα και χωρίς το βραχιόλι, αλλά με το βραχιόλι πάντα φαίνεται αν η νταμέην δοκίμασε να διαβιβάσει. Δεν πρέπει να μου λες ψέματα ποτέ, ούτε και σε καμία άλλη σουλ’ντάμ, ούτε το παραμικρό ψεματάκι».
Ξαφνικά, οι αόρατες βέργες ξαναγύρισαν, χτυπώντας την πανιού. Ούρλιαξε, προσπάθησε να χτυπήσει τη Ρέννα, αλλά η σουλ’ντάμ της παραμέρισε εύκολα το χέρι και η Εγκουέν ένιωσε λες και η Ρέννα της είχε χτυπήσει το χέρι με ραβδί. Χτύπησε με τις φτέρνες τα πλευρά της Μπέλας, αλλά η σουλ’ντάμ έσφιγγε το λουρί και η Εγκουέν παραλίγο θα έπεφτε από τη σέλα. Άπλωσε με αγωνία στο σαϊντάρ, θέλοντας να πονέσει αρκετά τη Ρέννα για να την κάνει να σταματήσει, να την πονέσει όσο πονούσε και η ίδια. Η σουλ’ντάμ κούνησε το κεφάλι πικρά· η Εγκουέν ούρλιαξε, όταν ένιωσε σαν να ’χε πέσει βραστό νερό στο δέρμα της. Το κάψιμο άρχισε να χάνεται μόνο όταν η Εγκουέν άφησε εντελώς το σαϊντάρ, και τα αθέατα χτυπήματα ούτε έπαψαν ούτε λιγόστεψαν. Προσπάθησε να φωνάξει ότι θα δοκίμαζε, αρκεί να σταματούσε η Ρέννα, αλλά το μόνο που κατόρθωσε ήταν να στριγκλίσει σφαδάζοντας.