Выбрать главу

Κατάλαβε αμυδρά τη Μιν να φωνάζει θυμωμένα και να την πλησιάζει, την Άλχουιν να αρπάζει τα χαλινάρια από τα χέρια της Μιν, μια άλλη σουλ’ντάμ να μιλά κοφτά στη νταμέην της, η οποία κοίταξε τη Μιν. Και μετά άρχισε και η Μιν να φωνάζει, ανεμίζοντας τα χέρια, σαν να ήθελε να προστατευτεί από χτυπήματα, ή να διώξει έντομα που την κέντριζαν. Μέσα στο δικό της πόνο, ο πόνος της Μιν φαινόταν μακρινός.

Μαζί οι κραυγές τους έκαναν μερικούς στρατιώτες να γυρίσουν το κεφάλι. Μετά από μια ματιά, γέλασαν και ξαναγύρισαν μπροστά. Λεν ήταν δική τους υπόθεση ο τρόπος που αντιμετώπιζαν οι σουλ’ντάμ τις νταμέην.

Της φάνηκε ότι αυτό συνεχιζόταν δίχως τελειωμό, αλλά το τέλος ήρθε. Ήταν σωριασμένη ανήμπορη στη σέλα, με τα μάγουλα μούσκεμα από δάκρια, κλαψουρίζοντας στη χαίτη της Μπέλας. Η φοράδα χρεμέτισε ανήσυχη.

«Είναι καλό που έχεις ψυχή μέσα σου», είπε ατάραχη η Ρέννα. «Οι καλύτερες νταμέην είναι εκείνες που έχουν ψυχή για να της δώσουμε μορφή και σχήμα».

Η Εγκουέν έκλεισε σφιχτά τα μάτια της. Ευχήθηκε να μπορούσε να κλείσει και τα αυτιά της, να κλείσει έξω τη φωνή της Ρέννα. Πρέπει να ξεφύγω. Πρέπει, μα πώς; Νυνάβε, βοήθησέ με. Φως μου, ας με βοηθήσει κάποιος.

«Θα γίνεις μια από τις καλύτερες», είπε η Ρέννα με ικανοποιημένο ύφος. Το χέρι της χάιδεψε τα μαλλιά της Εγκουέν, σαν κυρία που καθησύχαζε το σκυλάκι της.

Η Νυνάβε έγειρε στη σέλα της για να κοιτάξει πίσω από το φράχτη που σχημάτιζαν οι αγκαθωτές φυλλωσιές των θάμνων. Το βλέμμα της αντάμωσε αραιά δέντρα, που μερικών τα φύλλα κιτρίνιζαν. Η πλατιά έκταση, ανάμεσα τους γεμάτη γρασίδι και θάμνους, έμοιαζε έρημη. Απ’ ό,τι έβλεπε, τίποτα δεν σάλευε, εκτός από τη στήλη του καπνού, που αραίωνε τρεμουλιάζοντας στο αεράκι, καθώς ανηφόριζε από τη σημύδα.

Αυτό ήταν δικό της έργο, η σημύδα, και μια αστραπή από τον καθαρό ουρανό, και μερικά άλλα πραγματάκια, που δεν είχε σκεφτεί να δοκιμάσει παρά μόνο όταν τα είχαν δοκιμάσει πάνω της οι δύο γυναίκες. Της φαινόταν πως δούλευαν με κάποιον τρόπο μαζί, αν και δεν μπορούσε να καταλάβει τη σχέση μεταξύ τους, μιας κι έμοιαζαν δεμένες με λουρί. Η μια φορούσε κολάρο, μα η άλλη ήταν γερά αλυσοδεμένη σαν κι αυτήν. Η Νυνάβε ήταν σίγουρη ότι η μια τουλάχιστον, αν όχι και οι δύο, ήταν Άες Σεντάι. Δεν είχε μπορέσει να τις κοιτάξει καθαρά για να δει τη λάμψη της διαβίβασης, αλλά έπρεπε να είναι.

Θα χαρώ να το πω αυτό στη Σέριαμ, σκέφτηκε ξερά. Ώστε οι Άες Σεντάι δεν χρησιμοποιούν τη Δύναμη ως όπλο, ε;

Η ίδια πάντως το είχε κάνει. Είχε ρίξει κάτω τις δυο γυναίκες με το χτύπημα της αστραπής, και είχε δει έναν από τους στρατιώτες, ή μάλλον το σώμα του, να καίγεται από τις πύρινες μπάλες που είχε φτιάξει και τους είχε εκσφενδονίσει. Αλλά είχε ώρα να δει κάποιον από τους ξένους.

Το μέτωπό της είχε γεμίσει κόμπους ιδρώτα, και δεν ήταν μόνο από τον κόπο. Η επαφή της με το σαϊντάρ είχε χαθεί, και δεν μπορούσε να την ανακτήσει. Στη λύσσα που είχε νιώσει μαθαίνοντας ότι η Λίαντριν τις είχε προδώσει, το σαϊντάρ είχε εμφανιστεί σχεδόν πριν το καταλάβει, και την είχε πλημμυρίσει η Μία Δύναμη. Ένιωθε ότι μπορούσε να κάνει τα πάντα. Και όση ώρα την καταδίωκαν, την έτρεφε η οργή που αισθανόταν, επειδή την κυνηγούσαν σαν ζώο. Τώρα το κυνήγι είχε σταματήσει. Όσο περισσότερο αργούσε να δει εχθρό τον οποίο μπορούσε να χτυπήσει, τόσο πιο πολύ ανησυχούσε μήπως καραδοκούσαν κοντά της, και τόσο περισσότερο χρόνο είχε για να ανησυχήσει για το τι είχαν πάθει η Εγκουέν και η Ηλαίην και η Μιν. Τώρα αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι το κυρίαρχο συναίσθημα ήταν ο φόβος. Φόβος γι’ αυτές, φόβος για την ίδια. Αυτό που χρειαζόταν ήταν θυμός.

Κάτι σάλεψε πίσω από ένα δένδρο.

Της κόπηκε η ανάσα, και έψαξε για το σαϊντάρ, όμως όλες οι ασκήσεις που της είχαν διδάξει η Σέριαμ και οι άλλες, όλα τα μπουμπούκια που άνθιζαν στο νου της, όλες οι φανταστικές κραυγές της, που τις κρατούσε όπως οι όχθες κρατούν τον ποταμό, όλα αυτά δεν βοηθούσαν καθόλου. Την αισθανόταν, ένιωθε την Πηγή, μα δεν μπορούσε να την αγγίζει.