Η Ηλαίην βγήκε πίσω από ένα δέντρο, μισοσκύβοντας επιφυλακτικά, και η Νυνάβε ένιωσε να την παραλύει η ανακούφιση. Το φόρεμα της Κόρης-Διαδόχου ήταν βρώμικο και σχισμένο, τα χρυσά μαλλιά της μπερδεμένα και γεμάτα κλαριά και φύλλα, και το ερευνητικό βλέμμα της θύμιζε φοβισμένο ελαφάκι, αλλά κρατούσε σταθερά το κοντό μαχαίρι της. Η Νυνάβε έπιασε τα χαλινάρια και βγήκε από την κρυψώνα της.
Η Ηλαίην χοροπήδησε σπασμωδικά, και μετά έφερε το χέρι στο λαιμό και πήρε μια μεγάλη ανάσα. Η Νυνάβε ξεπέζεψε και οι δύο γυναίκες αγκαλιάστηκαν, νιώθοντας παρηγοριά που είχαν βρεθεί.
«Για μια στιγμή», είπε η Ηλαίην, όταν τελικά χωρίστηκαν, «σε νόμισα για... Ξέρεις ποιοι είναι; Δυο άνδρες με ακολουθούσαν. Λίγα λεπτά ακόμα και θα με είχαν πιάσει, αλλά ακούστηκε ένα κέρας και γύρισαν και έφυγαν καλπάζοντας. Μ’ έβλεπαν, Νυνάβε, και σηκώθηκαν κι έφυγαν».
«Κι εγώ το άκουσα, και δεν είδα κανέναν από τότε και μετά. Είδες την Εγκουέν, ή τη Μιν;»
Η Ηλαίην κούνησε το κεφάλι και σωριάστηκε στο έδαφος. «Όχι, μετά από... Εκείνος ο άνδρας χτύπησε τη Μιν, την έριζε κάτω. Και μια γυναίκα προσπαθούσε να βάλει κάτι στο λαιμό της Εγκουέν. Αυτά πρόλαβα να δω, πριν το βάλω στα πόδια. Δεν νομίζω να ξέφυγαν, Νυνάβε. Έπρεπε να κάνω κάτι. Η Μιν έκανε μια κοψιά στο χέρι που με κρατούσε, και η Εγκουέν... Το έβαλα στα πόδια, Νυνάβε. Κατάλαβα ότι ήμουν ελεύθερη, και το έβαλα στα πόδια. Καλά θα κάνει η μητέρα να παντρευτεί τον Γκάρεθ Μπράυν και να κάνει άλλη κόρη το συντομότερο δυνατόν. Δεν κάνω για το θρόνο».
«Άσε τις σαχλαμάρες», είπε κοφτά η Νυνάβε. «Μην ξεχνάς ότι μαζί με τα άλλα βότανα έχω κι ένα πακετάκι ρίζα προβατόγλωσσας». Η Ηλαίην είχε σκύψει το κεφάλι στα χέρια· το πείραγμα δεν την έκανε καν να μουρμουρίσει μια απάντηση. «Άκουσέ με, μικρή μου. Είδες να μένω για να πολεμήσω με είκοσι ή τριάντα αρματωμένους, για να μην λογαριάσω τις Άες Σεντάι; Αν είχες κάτσει να περιμένεις, το πιο σίγουρο είναι ότι κόρα θα σε είχαν κι εσένα δεμένη χεροπόδαρα. Αν δεν σε σκότωναν για να ξεμπερδεύουν. Για κάποιο λόγο, έμοιαζαν να ενδιαφέρονται για μένα και την Εγκουέν. Μπορεί και να μην τους ένοιαζε, αν ζούσες ή όχι». Γιατί ενδιαφέρονται για μένα και την Εγκουέν; Γιατί συγκεκριμένα εμάς; Γιατί το έκανε η Λίαντριν; Ακόμα δεν είχε βρει απάντηση από την πρώτη φορά που είχε κάνει τις ερωτήσεις.
«Αν είχα σκοτωθεί, προσπαθώντας να τις βοηθήσω—» άρχισε να λέει η Εγκουέν.
«–θα ήσουν πεθαμένη. Και τότε δεν θα μπορούσες να βοηθήσεις ούτε αυτές ούτε εσένα. Άντε, σήκω και ξεσκόνισε το φόρεμά σου». Η Νυνάβε έψαξε στα σακίδια της σέλας να βρει βούρτσα. «Και φτιάξε τα μαλλιά σου».
Η Ηλαίην σηκώθηκε αργά και πήρε τη βούρτσα μ’ ένα γελάκι. «Κάνεις σαν τη Λίνι, τη γριά παραμάνα μου». Άρχισε να βουρτσίζει τα μαλλιά της, κάνοντας γκριμάτσες όταν τα δόντια της βούρτσας σκάλωναν στα μπλεγμένα μαλλιά. «Αλλά πώς θα τις βοηθήσουμε, Νυνάβε; Μπορεί να είσαι δυνατή σαν αδελφή, όταν θυμώνεις, αλλά κι αυτοί έχουν γυναίκες που μπορούν να διαβιβάσουν. Δεν νομίζω να είναι Άες Σεντάι, αλλά αυτό δεν παίζει ρόλο. Δεν ξέρουμε καν προς τα πού τις πήγαν».
«Δυτικά», είπε η Νυνάβε. «Εκείνο το πλάσμα, η Σούροθ, ανέφερε το Φάλμε, και στο Τόμαν Χεντ δεν υπάρχει δυτικότερο σημείο. Θα πάμε στο Φάλμε. Ελπίζω να είναι εκεί η Λίαντριν. Θα την κάνω να καταραστεί τη μέρα που η μητέρα της γνώρισε τον πατέρα της. Αλλά νομίζω ότι πρώτα καλά θα κάνουμε να βρούμε ρούχα, πριν φτάσουμε σε πόλη. Είδα Ταραμπονέζες και Ντομανές στον Πύργο, κι αυτά που φορούν δεν μοιάζουν καθόλου με τα δικά μας ρούχα. Στο Φάλμε θα ήταν φως φανάρι ότι είμαστε ξένες».
«Δεν με πειράζει να φορέσω Ντομανικό φόρεμα —αν και η μητέρα θα πάθαινε κρίση, αν με έβλεπε, και η Λίνι θα μου το κοπανούσε συνέχεια— αλλά, ακόμα κι αν βρούμε κάποιο χωριό, έχουμε λεφτά για καινούργια φορέματα; Δεν έχω ιδέα πόσα χρήματα έχεις, αλλά εγώ έχω μόνο δέκα χρυσά μάρκα, και ίσως το διπλάσιο ποσό σε ασημένια νομίσματα. Θα μας φτάσουν για δυο-τρεις βδομάδες, αλλά δεν ξέρω τι θα κάνουμε μετά».
«Μπορεί να πέρασες μερικές βδομάδες μαθητευόμενη στην Ταρ Βάλον», είπε γελώντας η Νυνάβε, «αλλά δεν έπαψες να σκέφτεσαι σαν διάδοχος του θρόνου. Δεν έχω ούτε το ένα δέκατο, όμως όλα μαζί φτάνουν για να περάσουμε δυο-τρεις μήνες με αρκετές ανέσεις. Πιο πολύ, αν κάνουμε κράτει. Δεν θα ράψουμε φορέματα, και δεν θα είναι καινούργια. Το γκρίζο μεταξωτό θα μας φανεί χρήσιμο, με τόσα μαργαριτάρια και χρυσή κλωστή. Αν δεν βρω γυναίκα που να το ανταλλάζει με δυο-τρία γερά φορέματα, θα σου δώσω το δαχτυλίδι και θα γίνω εγώ μαθητευόμενη». Ανέβηκε στη σέλα και άπλωσε το χέρι για να ανεβάσει πίσω της την Ηλαίην.
«Τι θα κάνουμε όταν φτάσουμε στο Φάλμε;» ρώτησε η Ηλαίην, καθώς βολευόταν στα καπούλια της φοράδας.