Выбрать главу

«Θα ξέρω όταν φτάσουμε εκεί». Η Νυνάβε κοντοστάθηκε, χωρίς ακόμα να ξεκινήσει το άλογο. «Είσαι σίγουρη ότι θέλεις να το κάνεις; Θα είναι επικίνδυνο».

«Πιο επικίνδυνο απ’ όσο είναι για την Εγκουέν και τη Μιν; Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, θα έρχονταν αυτές να μας βοηθήσουν· το ξέρω. Όλη μέρα θα στεκόμαστε εδώ;» Η Ηλαίην έχωσε τις φτέρνες στα πλευρά της φοράδας, κι αυτή ξεκίνησε.

Η Νυνάβε έστρεψε το άλογο, έτσι που ο ήλιος, που δεν είχε μεσουρανήσει ακόμα, να λάμπει στην πλάτη τους. «Θα πρέπει να είμαστε προσεκτικές. Οι Άες Σεντάι που ξέρουμε καταλαβαίνουν μια γυναίκα που μπορεί να διαβιβάζει, αρκεί να βρεθούν στο μισό μέτρο κοντά της. Αυτές οι Άες Σεντάι ίσως μπορούν να μας αναγνωρίσουν μέσα στο πλήθος, αν ψάχνουν για μας, και καλά θα κάνουμε να πάρουμε για δεδομένο ότι θα μας ψάχνουν». Σίγουρα έψαχναν για μένα και την Εγκουέν. Αλλά γιατί;

«Ναι, να προσέχουμε. Είχες δίκιο και πριν. Δεν θα βοηθήσουμε καθόλου, αν πιάσουν και εμάς». Η Ηλαίην έμεινε σιωπηλή για μια στιγμή. «Λες να ήταν όλα ψέματα, Νυνάβε; Αυτά που μας είπε η Λίαντριν, ότι κινδυνεύει ο Ραντ; Και οι άλλοι; Οι Άες Σεντάι δεν λένε ψέματα».

Ήταν σειρά της Νυνάβε να μείνει σιωπηλή, καθώς θυμόταν τη Σέριαμ να της λέει για τους όρκους που έδινε μια γυναίκα, όταν γινόταν πλήρες μέλος της αδελφότητας, όρκους που πρόφερε μέσα σε ένα τερ’ανγκριάλ, που τη δέσμευε να τους κρατήσει. Να μην πει λέξη που δεν είναι αληθινή. Αυτός ήταν ένας από τους όρκους, αλλά όλοι ήξεραν ότι η αλήθεια που έλεγε μια Άες Σεντάι ίσως δεν ήταν η αλήθεια που νόμιζες ότι άκουγες. «Φαντάζομαι ότι ο Ραντ ζεσταίνει τα πόδια του στο τζάκι του Άρχοντα Άγκελμαρ στο Φαλ Ντάρα αυτή τη στιγμή», είπε. Δεν μπορώ ν’ ανησυχώ τώρα γι’ αυτόν. Πρέπει να έχω το νου μου στην Εγκουέν και τη Μιν.

«Φαντάζομαι πως έτσι είναι», είπε αναστενάζοντας η Ηλαίην. Ανακάθισε πίσω από τη σέλα. «Αν είναι πολύ μακριά το Φάλμε, Νυνάβε, περιμένω ότι θα καθόμαστε στη σέλα εναλλάξ. Αυτή η θέση δεν είναι πολύ βολική. Δεν πρόκειται να φτάσουμε ποτέ στο Φάλμε, αν αφήσεις το άλογο να πάει όπως θέλει αυτό».

Η Νυνάβε έβαλε τη φοράδα σ’ ένα ελαφρύ τροχασμό, και η Ηλαίην τσίριξε και έπιασε το μανδύα της. Η Νυνάβε σκέφτηκε πως μετά θα ήταν η σειρά της και δεν θα παραπονιόταν, αν η Ηλαίην έβαζε το άλογο να καλπάσει, αλλά αγνόησε τις πνιχτές κραυγές της γυναίκας, που αναπηδούσε πίσω της. Ήλπιζε πως, όταν πια έφταναν στο Φάλμε, δεν θα ένιωθε φόβο, αλλά θυμό.

Το αεράκι δυνάμωσε, δροσερό και καθαρό, με μια υπόσχεση για το κρύο που έμελλε να έρθει.

41

Διαφωνίες

Ο κεραυνός μπουμπούνισε στη σκοτεινιά του απογευματινού ουρανού. Ο Ραντ σήκωσε κι άλλο την κουκούλα του μανδύα του, ελπίζοντας ότι δα σταματούσε έστω λίγη παγωνιά. Ο Κοκκινοτρίχης τσαλαβουτούσε απτόητος στις λασπολακκούβες. Η κουκούλα κρεμόταν μουσκεμένη από το κεφάλι του Ραντ, όπως και ο μανδύας από τους ώμους του, και το όμορφο μαύρο πανωφόρι του ήταν εξίσου υγρό και κρύο. Αν η θερμοκρασία έπεφτε λιγάκι ακόμα, θα τους έπιανε χιονόνερο ή χιόνι αντί για βροχή. Το χιόνι σύντομα θα ξαναρχόταν· ο κόσμος στο χωριό που είχαν περάσει τους είχαν πει ότι ήδη είχε χιονίσει δυο φορές φέτος. Ο Ραντ, καθώς έτρεμε, ευχήθηκε να χιόνιζε. Τουλάχιστον τότε δεν θα ήταν βρεγμένος ολόκληρος.

Η φάλαγγα προχωρούσε δύσκολα, και οι στρατιώτες κοίταζαν επιφυλακτικά την ανώμαλη περιοχή γύρω τους. Η Γκρίζα Κουκουβάγια του Ίνγκταρ κρεμόταν βαριά, ακόμα κι όταν ο άνεμος δυνάμωνε. Ο Χούριν, μερικές φορές, τραβούσε την κουκούλα του για να μυρίσει τον αέρα· έλεγε ότι ούτε η βροχή ούτε το κρύο επιδρούσαν στα ίχνη, τουλάχιστον στα ίχνη που έψαχνε αυτός, αλλά ως τώρα ο μυριστής δεν είχε βρει τίποτα. Ο Ραντ πίσω του άκουσε τον Ούνο να μουρμουρίζει μια βλαστήμια. Ο Λόιαλ όλο ασχολιόταν με τα σακίδια του· δεν τον πείραζε που βρεχόταν, αλλά συνεχώς ανησυχούσε για τα βιβλία του. Όλοι ένιωθαν χάλια, εκτός από τη Βέριν, που ήταν χαμένη στις σκέψεις της και δεν είχε προσέξει καν ότι η κουκούλα της είχε πέσει, αφήνοντας το πρόσωπο της εκτεθειμένο στη βροχή.

«Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα;» ρώτησε απαιτητικά ο Ραντ. Μια φωνούλα στο βάθος του μυαλού του είπε ότι μπορούσε να το κάνει και ο ίδιος. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να αγκαλιάσει το σαϊντίν. Τόσο γλυκό, το κάλεσμα του σαϊντίν. Να σε γεμίσει η Μία Δύναμη, να γίνεις ίνα με την καταιγίδα. Θα έφερνε στους ουρανούς λιακάδα, ή θα ίππευε την καταιγίδα που μαινόταν, θα την ξεσήκωνε να λυσσάξει και θα καθάριζε το Τόμαν Χεντ από τη θάλασσα ως τον κάμπο. Μπορούσε να αγκαλιάσει το σαϊντίν. Έπνιξε τη λαχτάρα δίχως έλεος.

Η Άες Σεντάι τινάχτηκε. «Τι; Α. Φαντάζομαι. Λιγάκι. Δεν μπορώ να σταματήσω τόσο μεγάλη καταιγίδα μόνη μου —καλύπτει πολύ μεγάλη περιοχή— αλλά μπορώ να τη μειώσω κάπως. Τουλάχιστον εδώ που είμαστε». Σκούπισε τη βροχή από το πρόσωπο της, φάνηκε να καταλαβαίνει για πρώτη φορά ότι η κουκούλα της είχε γλιστρήσει, και την ξανασήκωσε αφηρημένα.