Выбрать главу

«Τότε γιατί δεν το κάνεις;» είπε ο Ματ. Το τρεμουλιαστό πρόσωπο του, που κρυφοκοίταζε κάτω από την κουκούλα του, έμοιαζε να κοιτάζει το θάνατο κατάματα, αλλά η φωνή του ήταν ζωηρή.

«Επειδή, αν χρησιμοποιούσα τόσο πολύ από τη Μία Δύναμη, κάθε Άες Σεντάι που είναι σε πιο κοντινή απόσταση από δέκα μίλια θα ήξερε ότι κάποια είχε διαβιβάσει. Δεν θέλουμε να πέσουν πάνω μας αυτοί οι Σωντσάν με τις νταμέην τους». Το στόμα της σφίχτηκε με θυμό.

Είχαν μάθει κάποια πράγματα γι’ αυτούς τους εισβολείς σε κείνο το χωριό, που λεγόταν ο Μύλος του Ατουάν, αν και τα πιο πολλά γεννούσαν περισσότερες ερωτήσεις από τις απαντήσεις που έδιναν. Οι άνθρωποι εκεί τη μια στιγμή μιλούσαν και φλυαρούσαν, την άλλη κλείδωναν τα στόματα, έτρεμαν και κοίταζαν πάνω από τον ώμο τους. Όλοι ριγούσαν από το φόβο μήπως επιστρέψουν οι Σωντσάν με τα τέρατά τους και τις νταμέην τους. Γυναίκες οι οποίες θα ’πρεπε να είναι Άες Σεντάι, τώρα ήταν δεμένες στο λουρί σαν ζώα, κι αυτό φόβιζε τους χωρικούς πιο πολύ απ’ όσο τα παράξενα πλάσματα που είχαν οι Σωντσάν, πλάσματα που τα περιέγραφαν μόνο ψιθυριστά, λέγοντας ότι είχαν βγει από εφιάλτες. Και το χειρότερο απ’ όλα, ο τρόπος που είχαν χρησιμοποιήσει οι Σωντσάν για να τους παραδειγματίσουν πριν φύγουν, ακόμα έκανε τους χωρικούς να νιώθουν παγωνιά ως το μεδούλι. Είχαν θάψει τους νεκρούς, αλλά φοβούνταν να καθαρίσουν το καρβουνιασμένο σημείο στην πλατεία του χωριού. Κανείς δεν έλεγε τι είχε συμβεί εκεί, αλλά ο Χούριν είχε κάνει εμετό αμέσως μόλις είχε μπει στο χωριό, και δεν έλεγε να πλησιάσει το μαυρισμένο έδαφος.

Ο Μύλος του Ατουάν ήταν μισοέρημος. Κάποιοι το είχαν σκάσει για το Φάλμε, πιστεύοντας ότι οι Σωντσάν δεν δα ήταν τόσο σκληροί σε μια πόλη που είχαν υπό τον έλεγχο τους, μερικοί είχαν πάει ανατολικά. Άλλοι έλεγαν ότι το σκέφτονταν. Γίνονταν μάχες στην Πεδιάδα Άλμοθ. Έλεγαν ότι ήταν Ταραμπονέζοι εναντίον Ντομανών, αλλά τα σπίτια και οι στάβλοι που είχαν καεί, είχαν καεί από δαυλούς που τους κρατούσαν χέρια ανθρώπινα. Ήταν πιο εύκολο να αντικρίσουν τον πόλεμο παρά αυτά που είχαν κάνει οι Σωντσάν, αυτά που ίσως να τους έκαναν.

«Γιατί έφερε εδώ το Κέρας ο Φάιν;» μουρμούρισε ο Πέριν. Όλοι κάποια στιγμή είχαν κάνει την ερώτηση αυτή, και κανείς δεν είχε να δώσει απάντηση. «Υπάρχει πόλεμος, και αυτοί οι Σωντσάν, και τα τέρατά τους. Γιατί εδώ;»

Ο Ίνγκταρ γύρισε στη σέλα για να τους δει όπως έρχονταν πίσω του. Το πρόσωπο του ήταν βασανισμένο, σχεδόν σαν του Ματ. «Πάντα υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν ευκαιρίες για προσωπικό κέρδος στην αναστάτωση του πολέμου. Έτσι είναι ο Φάιν. Σίγουρα σκοπεύει να ξανακλέψει το Κέρας, από τον Σκοτεινό αυτή τη φορά, και να το χρησιμοποιήσει για δικό του όφελος».

«Ο Πατέρας του Ψεύδους ποτέ δεν κάνει απλά σχέδια», είπε η Βέριν. «Ίσως θέλει να φέρει ο Φάιν το Κέρας εδώ, για κάποιο λόγο που ξέρει μόνο το Σάγιολ Γκουλ».

«Τέρατα», ξεφύσηξε ο Ματ. Τώρα τα μάγουλά του είχαν βουλιάζει, τα μάτια του ήταν σπηλιές. Ακουγόταν υγιής, κι αυτό ήταν το χειρότερο. «Αν θέλετε τη γνώμη μου, είδαν μερικούς Τρόλοκ, ή κάποιον Ξέθωρο. Γιατί όχι, ε; Αν οι Σωντσάν έχουν Άες Σεντάι να πολεμούν γι’ αυτούς, γιατί όχι Ξέθωρους και Τρόλοκ;» Έπιασε το βλέμμα της Βέριν και μόρφασε. «Μα είναι, είτε έχουν κολάρα, είτε όχι. Μπορούν να διαβιβάσουν, κι αυτό τις κάνει Άες Σεντάι». Κοίταξε τον Ραντ και γέλασε κακόηχα. «Αυτό κάνει κι εσένα Άες Σεντάι, που το Φως να μας βοηθήσει όλους».

Ο Μασέμα ήρθε καλπάζοντας από μπροστά, μέσα στη λάσπη και την αδιάκοπη βροχή. «Υπάρχει άλλο ένα χωριό μπροστά, Άρχοντά μου», είπε, καθώς σταματούσε πλάι στον Ίνγκταρ. Το βλέμμα του μόνο που πέρασε πάνω από τον Ραντ, αλλά τα μάτια του μισόκλεισαν, και δεν τον ξανακοίταξε. «Είναι άδειο, Άρχοντά μου. Ούτε χωρικοί, ούτε Σωντσάν, κανείς. Τα σπίτια μοιάζουν απείραχτα, εκτός από δυο-τρία που... να, δεν είναι πια εκεί, Άρχοντά μου».

Ο Ίνγκταρ σήκωσε το χέρι κι έκανε νόημα να συνεχίσουν με τροχασμό.

Το χωριό που είχε βρει ο Μασέμα απλωνόταν στις πλαγιές ενός λόφου, με μια πλακοστρωμένη πλατεία στην κορυφή γύρω από έναν κύκλο από πέτρινα τείχη. Τα σπίτια ήταν από πέτρα, είχαν επίπεδες στέγες, τα περισσότερα ισόγεια. Τρία, που ήταν τα μεγαλύτερα, σε μια πλευρά της πλατείας, τώρα ήταν μονάχα σωροί από μαυρισμένα ερείπια· θρυμματισμένα κομμάτια από πέτρες και δοκάρια οροφής κείτονταν σκορπισμένα στην πλατεία. Μερικά παντζούρια χτυπούσαν όταν δυνάμωνε ο αέρας.