Выбрать главу

Όλοι γύρισαν να τον κοιτάξουν. Ο Ματ και ο Πέριν με σμιγμένα τα φρύδια, ανήσυχοι αλλά συλλογισμένοι· η Βέριν σαν να ’χε μόλις δει ένα καινούργιο κομμάτι του γρίφου. Ο Λόιαλ έμοιαζε έκπληκτος, και ο Χούριν σαστισμένος. Ο Ίνγκταρ έδειχνε απροκάλυπτη δυσπιστία.

«Γιατί να κάνει τέτοιο πράγμα;» είπε ο Σιναρανός.

«Δεν ξέρω», είπε ο Ραντ στα ψέματα, «αλλά ήταν στο μήνυμα που άφησε στον Μπαρτέηνς».

«Είπε ο Μπαρτέηνς ότι ο Φάιν πάει στο Φάλμε;» ζήτησε να μάθει ο Ίνγκταρ. «Όχι. Δεν θα ’χε σημασία κι αν το ’λεγε». Γέλασε πικρά. «Για τους Σκοτεινόφιλους το ψέμα είναι φυσικό σαν την ανάσα».

«Ραντ», είπε ο Ματ, «αν ήξερα ηώς να εμποδίσω τον Φάιν να βλάψει το Πεδίο του Έμοντ, θα τον σταματούσα. Αν ήμουν σίγουρος ότι αυτό πάει να κάνει. Αλλά χρειάζομαι το εγχειρίδιο, Ραντ, και ο Χούριν έχει τις περισσότερες πιθανότητες να το βρει».

«Όπου πας θα πάω κι εγώ, Ραντ», είπε ο Λόιαλ. Είχε δει ότι τα βιβλία του ήταν στεγνά, και έβγαζε το μουλιασμένο πανωφόρι του. «Αλλά δεν ξέρω αν αλλάζουν τίποτα μερικές μέρες ακόμα. Αυτή τη φορά προσπάθησε να μην είσαι τόσο βιαστικός».

«Για μένα δεν έχει σημασία αν πάμε στο Φάλμε τώρα, αργότερα ή ποτέ», είπε ο Πέριν σηκώνοντας τους ώμους, «αλλά, αν ο Φάιν στ’ αλήθεια απειλεί το Πεδίο του Έμοντ... ε, ο Ματ έχει δίκιο. Ο καλύτερος τρόπος για να τον βρούμε είναι με τον Ματ».

«Μπορώ να τον βρω, Άρχοντα Ραντ», είπε ο Χούριν. «Μια φορά να τον μυριστώ, και θα σε πάω κατευθείαν σ’ αυτόν. Τέτοια ίχνη δεν τα αφήνει τίποτα άλλο».

«Εσύ πρέπει να διαλέξεις, Ραντ», είπε επιφυλακτικά η Βέριν, «αλλά μην ξεχνάς ότι το Φάλμε βρίσκεται στην κατοχή εισβολέων, για τους οποίους δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα. Αν πας στο Φάλμε μόνος, ίσως καταλήξεις αιχμάλωτος, ή κάτι χειρότερο, και δεν θα ’χεις κάνει τίποτα. Είμαι βέβαιη πως όποια επιλογή κι αν κάνεις, θα είναι η σωστή».

«Τα’βίρεν», είπε με μπουμπουνιστή φωνή ο Λόιαλ.

Ο Ραντ σήκωσε τα χέρια ψηλά.

Ο Ούνο μπήκε από την πλατεία, τινάζοντας τα βροχόνερα από το μανδύα του. «Που να καώ, Άρχοντά μου, δεν υπάρχει ψυχή. Μου φαίνεται ότι το ’σκασαν σαν τρομαγμένα γουρούνια. Πήραν όλα τα ζωντανά, και δεν έχει απομείνει ούτε κάρο ούτε άμαξα. Τα μισά σπίτια τα έγδυσαν κι άφησαν μόνο τις πόρτες να στέκονται. Πάω στοίχημα το μηνιάτικό μου ότι μπορούμε να τους ακολουθήσουμε από τα έπιπλα που άρχισαν να πετούν στο δρόμο, όταν κατάλαβαν ότι είχαν βάλει πολύ βάρος στα καμένα τα κάρα τους».

«Κι από ρούχα;» ρώτησε ο Ίνγκταρ.

Ο Ούνο ανοιγόκλεισε τα μάτια έκπληκτος. «Κάτι λίγα μόνο, Άρχοντά μου. Αυτά που νόμιζαν ότι δεν άξιζε να τα πάρουν μαζί τους, οι καμένοι».

«Θα βολευτούμε. Χούριν, θέλω εσύ και μερικοί άλλοι να ντυθείτε σαν ντόπιοι, όσο πιο πολλοί γίνεται, για να μην ξεχωρίζετε. Θέλω να πηγαινοέρχεσαι, βόρεια και νότια, μέχρι να βρεις τη διαδρομή τους». Συνεχώς έμπαιναν κι άλλοι στρατιώτες, που μαζεύονταν γύρω από τον Ίνγκταρ και τον Χούριν για να ακούσουν.

Ο Ραντ ακούμπησε τα χέρια στην κορνίζα του τζακιού και κοίταζε τις φλόγες. Του θύμιζαν τα μάτια του Μπα’άλζαμον. «Δεν υπάρχει χρόνος», είπε. «Νιώθω... κάτι... να με τραβά στο Φάλμε, και δεν υπάρχει χρόνος». Είδε τη Βέριν να τον παρακολουθεί με το βλέμμα, και πρόσθεσε τραχιά, «Όχι αυτό. Πρέπει να βρω τον Φάιν. Δεν έχει σχέση με... αυτό».

Η Βέριν ένευσε. «Ο Τροχός υφαίνει όπως ο Τροχός το θέλει, κι όλους μας υφαίνει μέσα στο Σχήμα. Ο Φάιν έφτασε εδώ βδομάδες πριν από μας, ίσως και μήνες. Λίγες μέρες ακόμα δεν αλλάζουν ό,τι είναι να συμβεί».

«Πάω να κοιμηθώ λιγάκι», μουρμούρισε, παίρνοντας τα σακίδιά του. «Αποκλείεται να πήραν όλα τα κρεβάτια».

Βρήκε κρεβάτια πάνω, όμως ήταν λίγα εκείνα που είχαν στρώματα, κι αυτά ήταν τόσο ταλαιπωρημένα και γεμάτα εξογκώματα, που ίσως θα κοιμόταν πιο άνετα στο πάτωμα. Τελικά διάλεξε ένα κρεβάτι που το στρώμα απλώς βούλιαζε στη μέση. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο στο δωμάτιο, εκτός από μια ξύλινη καρέκλα κι ένα τραπεζάκι με ξεχαρβαλωμένο πόδι.

Έβγαλε τα υγρά ρούχα του, φόρεσε στεγνό πουκάμισο και παντελόνι πριν ξαπλώσει, αφού δεν υπήρχαν ούτε σεντόνια ούτε κουβέρτες, και στήριξε το σπαθί του δίπλα στο κρεβάτι, κοντά στο κεφάλι του. Σκέφτηκε ειρωνικά ότι το μόνο στεγνό πράγμα που είχε για να σκεπαστεί ήταν το λάβαρο του Δράκοντα· το άφησε στο κλεισμένο σακίδιό του.

Η βροχή έδερνε τη στέγη και από πάνω μούγκριζαν οι κεραυνοί, και μερικές φορές κάποια αστραπή φώτιζε τα παράθυρα. Στριφογυρνούσε στο στρώμα, ψάχνοντας να βρει ξεκούραστη θέση, ενώ αναρωτιόταν μήπως τελικά το λάβαρο θα του έκανε για κουβέρτα, και μήπως έπρεπε να πάει στο Φάλμε.

Γύρισε από την άλλη, και ο Μπα’άλζαμον στεκόταν δίπλα στην καρέκλα, με το κατάλευκο λάβαρο του Δράκοντα στα χέρια. Το δωμάτιο εκεί έμοιαζε σκοτεινότερο, σαν να στεκόταν ο Μπα’άλζαμον στην άκρη ενός σύννεφου από λιγδερό μαύρο καπνό. Εγκαύματα που κόντευαν να επουλωθούν χάραζαν το πρόσωπο του, και μπροστά στο βλέμμα του Ραντ, τα κατάμαυρα μάτια του χάθηκαν για μια στιγμή και αντικαταστάθηκαν από αχανή σπήλαια φωτιάς. Τα σακίδια του Ραντ κειτόταν κοντά στα πόδια του, με τις αγκράφες λυμένες, με το κάλυμμα γερμένο πίσω σε κείνο που ήταν κρυμμένο το λάβαρο.