«Πλησιάζει η ώρα, Λουζ Θέριν. Χίλια νήματα τεντώνονται, και σύντομα θα δεθείς και θα αιχμαλωτιστείς, παγιδευμένος σε ένα δρόμο που δεν θα μπορείς να τον αλλάξεις. Τρέλα. Θάνατος. Πριν πεθάνεις, θα σκοτώσεις άλλη μια φορά όσα αγαπάς;»
Ο Ραντ κοίταξε την πόρτα, αλλά απλώς γύρισε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Τι νόημα θα είχε να τρέξει μακριά από τον Σκοτεινό; Ένιωθε το λαρύγγι του ξερό σαν άμμο. «Δεν είμαι ο Δράκοντας, Πατέρα του Ψεύδους!» είπε βραχνά.
Το σκοτάδι πίσω από τον Σκοτεινό αναδεύτηκε, και καμίνια βρυχήθηκαν, όταν ο Μπα’άλζαμον γέλασε. «Με τιμάς. Και μειώνεις τον εαυτό σου. Σε ξέρω πολύ καλά. Χίλιες φορές βρεθήκαμε αντιμέτωποι. Χίλιες χιλιάδες φορές. Σε ξέρω ως τα βάθη της αξιολύπητης ψυχής σου, Λουζ Θέριν, Σφαγέα». Ξαναγέλασε· ο Ραντ έκρυψε το πρόσωπο με το χέρι του, μπροστά σε κείνο το φλογισμένο στόμα.
«Τι θέλεις; Δεν θα σε υπηρετήσω. Δεν θα κάνω τίποτα που θέλεις. Προτιμώ να πεθάνω!»
«Και βέβαια θα πεθάνεις, σκουλήκι! Πόσες φορές πέθανες στο πέρασμα των Εποχών, ανόητε, και πόσο σε βοήθησε ο θάνατος; Ο τάφος είναι κρύος και έρημος, με εξαίρεση τα σκουλήκια. Αυτή τη φορά δεν θα ξαναγεννηθείς. Αυτή τη φορά ο Τροχός του Χρόνου θα σπάσει και ο κόσμος θα ξαναπλασιεί καθ’ ομοίωσιν της Σκιάς. Αυτή τη φορά ο θάνατός σου θα είναι παντοτινός! Τι θα διαλέξεις; Τον παντοτινό θάνατο; Ή την αιώνια ζωή — και την εξουσία!»
Ο Ραντ σχεδόν δεν κατάλαβε ότι είχε σηκωθεί όρθιος Τον είχε κυκλώσει το κενό, το σαϊντίν ήταν εκεί, και η Μία Δύναμη κυλούσε μέσα του. Αυτό παραλίγο θα διέλυε την αδειανωσύνη. Ήταν αλήθεια; Ήταν όνειρο; Μπορούσε να διαβιβάσει μέσα στο όνειρο; Μα ο χείμαρρος που χυνόταν μέσα του παρέσερνε τις αμφιβολίες. Τον εξαπέλυσε προς τον Μπα’άλζαμον, εξαπέλυσε την αγνή Μία Δύναμη, τη δύναμη που γυρνούσε τον Τροχό του Χρόνου, μια δύναμη που μπορούσε να βάλει φωτιά στις θάλασσες και να γκρεμίσει βουνά.
Ο Μπα’άλζαμον έκανε ένα βηματάκι πίσω, κρατώντας σφιχτά το λάβαρο μπροστά του. Φλόγες ξεπήδησαν από τα ορθάνοιχτα μάτια του, και το σκοτάδι έμοιαζε να τον ντύνει με σκιά. Με τη Σκιά. Η Δύναμη βυθίστηκε σε κείνη τη μαύρη ομίχλη και χάθηκε, σαν καμένη άμμος που ρουφά το νερό.
Ο Ραντ άντλησε το σαϊντίν, άντλησε κι άλλο, ακόμα περισσότερο. Η σάρκα του έμοιαζε τόσο παγωμένη, που μ’ ένα άγγιγμα θα γινόταν χίλια κομμάτια. Ένιωθε τα κόκαλά του να ξεραίνονται και να γίνονται κρύα κρυστάλλινη στάχτη. Δεν τον ένοιαζε· ήταν σαν να ’πινε την ίδια τη ζωή.
«Ανόητε!» βρυχήθηκε ο Μπα’άλζαμον. «Θα σκοτωθείς!»
Ο Ματ. Η σκέψη μετεωριζόταν κάπου πέρα από την πλημμύρα που παράσερνε τα πάντα. Το εγχειρίδιο. Το Κέρας. Ο Φάιν. Το Πεδίο του Έμοντ. Λεν μπορώ να πεθάνω ακόμα.
Δεν ήξερε πώς το έκανε, αλλά ξαφνικά η Δύναμη χάθηκε, το ίδιο και το σαϊντίν, και το κενό. Τρέμοντας με σπασμούς, έπεσε γονατιστός πλάι στο κρεβάτι, τυλίγοντας τα χέρια γύρω του, προσπαθώντας μάταια να σταματήσει το τρέμουλο τους.
«Έτσι μπράβο, Λουζ Θέριν». Ο Μπα’άλζαμον πέταξε το λάβαρο στο πάτωμα και ακούμπησε τα χέρια στη ράχη της καρέκλας· ανάμεσα από τα δάχτυλά του υψώνονταν καπνοί. Δεν τον τύλιγε πια η σκιά. «Να το λάβαρό σου, Σφαγέα. Άχρηστο σου είναι. Χίλια νήματα, που απλώνονται εδώ και χίλια χρόνια, σε τράβηξαν σ’ αυτό το μέρος. Δέκα χιλιάδες νήματα, που υφαίνονται δια μέσου των Εποχών, σε δένουν σαν πρόβατο επί σφαγής. Ο ίδιος ο Τροχός σε κρατά αιχμάλωτο της μοίρας σου τη μια Εποχή μετά την άλλη. Αλλά εγώ μπορώ να σε λυτρώσω. Φοβητσιάρικο σκυλί, μόνο εγώ σ’ ολόκληρο τον κόσμο μπορώ να σε μάθω πώς να χειρίζεσαι τη Δύναμη. Μόνο εγώ μπορώ να την εμποδίσω να σε σκοτώσει, πριν καν προλάβεις να τρελαθείς. Μόνο εγώ μπορώ να σταματήσω την τρέλα. Με υπηρέτησες άλλοτε. Υπηρέτησέ με ξανά, Λουζ Θέριν, αλλιώς θα σε εξοντώσω δια παντός!»
«Το όνομά μου», είπε ο Ραντ, βγάζοντας τις λέξεις με κόπο μέσα από τα δόντια του που κροτάλιζαν, «είναι Ραντ αλ’Θορ». Το τρέμουλο του τον ανάγκασε να κλείσει τα μάτια σφιχτά, και, όταν τα ξανάνοιξε, ήταν μόνος.
Ο Μπα’άλζαμον είχε χαθεί. Η σκιά είχε χαθεί. Τα σακίδιά του στεκόταν πλάι στην καρέκλα με τις αγκράφες κλειστές, και το ένα φούσκωνε από τον όγκο του λάβαρου του Δράκοντα, ακριβώς όπως τα είχε αφήσει. Αλλά στη ράχη της καρέκλας, λεπτά συννεφάκια καπνού υψώνονταν από καρβουνιασμένα αποτυπώματα δαχτύλων.