Выбрать главу

«Πώς; Ενάντια... σ’ αυτό».

Αναγκάστηκαν να πάνε στην άκρη του δρόμου μαζί με όλους τους άλλους, καθώς πλησίαζε μια περίπολος των Σωντσάν από τη μεριά του λιμανιού. Η Νυνάβε κατάφερε να υποκλιθεί με τα χέρια στα γόνατα, με το πρόσωπο της γυμνασμένο να δείχνει απόλυτα ανέκφραστο. Η Ηλαίην άργησε να σκύψει, και υποκλίθηκε στραβώνοντας το στόμα με αηδία.

Η περίπολος είχε περίπου είκοσι αρματωμένους, άνδρες και γυναίκες, που καβαλούσαν άλογα, κάτι για το οποίο η Ηλαίην ένιωσε ευγνωμοσύνη. Λεν μπορούσε να συνηθίσει το θέαμα ανθρώπων που καβαλούσαν πλάσματα τα οποία έμοιαζαν με γάτες με μπρουτζόχρωμες φολίδες, δίχως ουρά, και όταν έβλεπε αναβάτη στα ιπτάμενα θηρία ζαλιζόταν· χαιρόταν που ήταν τόσο λίγα. Πάντως, την περίπολο συμπλήρωναν δύο δεμένα κτήνη, όμοια με άπτερα πουλιά με τραχύ πετσί, με κοφτερά ράμφη, που πρόβαλλαν πάνω από τα κράνη των στρατιωτών. Τα μακριά, νευρώδη πόδια τους έδειχναν ότι ίσως μπορούσαν να τρέξουν πιο γρήγορα από κάθε άλογο.

Ίσιωσε το κορμί της αργά, όταν πέρασαν οι Σωντσάν. Μερικοί απ’ αυτούς που είχαν υποκλιθεί στην περίπολο έμοιαζαν έτοιμοι να το βάλουν στα πόδια· κανένας δεν είχε συνηθίσει την όψη των τεράτων των Σωντσάν εκτός από τους ίδιους τους Σωντσάν. «Ηλαίην», είπε απαλά, καθώς συνέχιζαν το δρόμο τους, «αν μας πιάσουν ποτέ, ορκίζομαι ότι, πριν μας σκοτώσουν, ή πριν κάνουν ό,τι είναι να κάνουν, θα τους παρακαλέσω γονατιστή να με αφήσουν να σε κάνω μαύρη στο ξύλο με την πιο γερή βέργα που θα βρω! Αν δεν μάθεις να προσέχεις, ίσως είναι καιρός να γυρίσεις στην Ταρ Βάλον, ή στο σπίτι σου στο Κάεμλυν, οπουδήποτε εκτός από δω».

«Προσέχω. Τουλάχιστον κοίταξα να δω ότι δεν υπήρχε νταμέην κοντά. Εσύ όμως; Σ’ έχω δει να διαβιβάζεις με νταμέην μπροστά στα μάτια σου».

«Κοίταξα και είδα ότι δεν με πρόσεχε», μουρμούρισε η Νυνάβε. Για να το καταφέρει, είχε μαζέψει όλο το θυμό που ένιωθε, βλέποντας γυναίκες δεμένες σαν ζώα. «Και το έκανα μονάχα μια φορά. Και ήταν μια σταγονίτσα».

«Σταγονίτσα; Κάτσαμε τρεις μέρες να κρυβόμαστε στο δωμάτιό μας, ανασαίνοντας ψαρίλα, ενώ οι Σωντσάν έψαχναν σ’ όλη την πόλη για να βρουν ποια το είχε κάνει. Έτσι εννοείς την προσοχή;»

«Έπρεπε να ξέρω αν υπάρχει τρόπος να λύσουμε τα κολάρα». Της φαινόταν ότι υπήρχε. Θα έπρεπε να δοκιμάσει τουλάχιστον ένα κολάρο ακόμα για να βεβαιωθεί, και δεν ένιωθε ιδιαίτερη βιασύνη γι’ αυτό. Στην αρχή σκεφτόταν, όπως και η Ηλαίην, ότι οι νταμέην πρέπει να ήταν αιχμάλωτες πρόθυμες να δραπετεύσουν, αλλά τον συναγερμό τον είχε δώσει η γυναίκα με το κολάρο.

Τις πέρασε ένας άνδρας, σπρώχνοντας καροτσάκι που αναπηδούσε στο καλντερίμι, διαλαλώντας ότι ακόνιζε ψαλίδια και μαχαίρια. «Θα ’πρεπε κάπως να αντισταθούν», μούγκρισε η Ηλαίην. «Ό,τι γίνεται γύρω τους, που έχει σχέση με τους Σωντσάν, κάνουν σαν να μην το βλέπουν».

Η Νυνάβε απλώς αναστέναξε. Το κακό ήταν ότι η Ηλαίην, εν μέρει, είχε δίκιο. Στην αρχή της είχε φανεί ότι η υποτακτική στάση των Φαλμινών ήταν απλή μάσκα, αλλά δεν είχε βρει το παραμικρό ίχνος αντίστασης. Στην αρχή είχε ψάξει, ελπίζοντας να βρει βοήθεια για να απελευθερώσει την Εγκουέν και τη Μιν, αλλά όλοι τρόμαζαν ακόμα και με την παραμικρή νύξη για αντίσταση στους Σωντσάν, και η Νυνάβε σταμάτησε να ρωτά πριν τραβήξει ανεπιθύμητα βλέμματα. Στην πραγματικότητα, δεν μπορούσε να φανταστεί πώς δα μπορούσαν να πολεμήσουν. Τέρατα και Άες Σεντάι. Πώς να τα βάλεις με τέρατα και Άες Σεντάι;

Μπροστά τους στέκονταν πέντε ψηλά πέτρινα σπίτια, από τα μεγαλύτερα της πόλης, που αποτελούσαν ένα οικοδομικό τετράγωνο. Ένα δρόμο πιο πριν, η Νυνάβε είχε ανακαλύψει ένα στενάκι πλάι σε ένα ραφείο, απ’ όπου μπορούσαν να παρακολουθούν τις εισόδους μερικών τουλάχιστον από τα ψηλά σπίτια. Δεν μπορούσαν να δουν όλες τις πόρτες μαζί —δεν ρίσκαρε να στείλει την Ηλαίην μόνη της για να βλέπει τις άλλες— αλλά δεν ήταν σοφό να πλησιάσουν περισσότερο. Πάνω από τις στέγες, στον επόμενο δρόμο, το λάβαρο με το χρυσό γεράκι του Υψηλού Άρχοντα Τούρακ κυμάτιζε στον άνεμο.

Μόνο γυναίκες μπαινόβγαιναν σε κείνα τα σπίτια, κι οι πιο πολλές ήταν σουλ’ντάμ, με ή χωρίς νταμέην πίσω τους. Οι Σωντσάν είχαν επιτάξει τα κτίρια για να στεγάσουν τις νταμέην. Πρέπει να ήταν εκεί η Εγκουέν, και πιθανότατα η Μιν· ως τώρα δεν είχαν βρει ίχνος της Μιν, αν και πιθανόν να την έκρυβαν τα πλήθη, όπως κι αυτές. Η Νυνάβε είχε ακούσει πολλές ιστορίες για γυναίκες που τις έπιαναν στους δρόμους ή στα χωριά· τις έφερναν όλες σ’ αυτά τα σπίτια, και, αν ξανάβγαιναν ποτέ, φορούσαν κολάρο.