Κάθισε σε ένα καφάσι δίπλα στην Ηλαίην και έχωσε το χέρι στο πανωφόρι της άλλης για να πάρει μερικά μηλαράκια. Στους δρόμους εδώ κυκλοφορούσαν λιγότεροι ντόπιοι. Όλοι ήξεραν τι ήταν αυτά τα σπίτια, και όλοι τα απέφευγαν, όπως απέφευγαν τους στάβλους, στους οποίους είχαν τα θηρία τους οι Σωντσάν. Λεν ήταν δύσκολο να παρακολουθούν τις πόρτες από τα κενά μεταξύ των περαστικών. Απλώς δυο γυναίκες, που είχαν σταματήσει για να βάλουν μια μπουκιά στο στόμα· άλλοι δύο άνθρωποι που δεν είχαν λεφτά για να φάνε σε πανδοχείο. Τίποτα που να αξίζει δεύτερη ματιά.
Καθώς έτρωγε μηχανικά, η Νυνάβε προσπάθησε να καταστρώσει πάλι ένα σχέδιο. Το ότι μπορούσε να ανοίξει το κολάρο της —αν στ’ αλήθεια το κατάφερνε— δεν θα ωφελούσε, αν δεν μπορούσε να πλησιάσει την Εγκουέν. Ξαφνικά τα μήλα έχασαν τη γλύκα τους.
Από το στενό παράθυρο στο δωματιάκι της κάτω από τα πρόστεγα, ένα από τα δωμάτια που είχαν στηθεί πρόχειρο από ό,τι υπήρχε εκεί πριν, η Εγκουέν έβλεπε τον κήπο, όπου οι σουλ’ντάμ έβγαζαν βόλια τις νταμέην τους. Κάποτε ήταν αρκετοί διαφορετικοί κήποι, τους οποίους οι Σωντσάν είχαν ενώσει γκρεμίζοντας τους τοίχους τους, όταν είχαν πάρει τα μεγάλα κτίρια για να βάλουν τις νταμέην τους. Τα δέντρα είχαν ρίξει τα φύλλα τους, αλλά οι νταμέην ακόμα έβγαιναν για να πάρουν τον αέρα τους, είτε το ήθελαν είτε όχι. Η Εγκουέν παρακολουθούσε τον κήπο επειδή εκεί ήταν η Ρέννα, μιλώντας με μια άλλη σουλ’ντάμ, και όσο την είχε μπροστά της, δεν μπορούσε να ανοίξει την πόρτα και να την ξαφνιάσει.
Ίσως ερχόταν κάποια άλλη σουλ’ντάμ —υπήρχαν πολύ περισσότερες σουλ’ντάμ παρά νταμέην, και όλες ήθελαν να φορέσουν το βραχιόλι με τη σειρά τους· έλεγαν ότι ολοκληρώνονταν— αλλά η Ρέννα ήταν ακόμα υπεύθυνη για την εκπαίδευσή της, και τις τέσσερις φορές στις πέντε η Ρέννα φορούσε το βραχιόλι της. Αν ερχόταν κάποια, τίποτα δεν θα την εμπόδιζε να μπει. Τα δωμάτια των νταμέην δεν είχαν κλειδαριά στην πόρτα. Το δωμάτιο της Εγκουέν είχε μόνο ένα σκληρό, στενό κρεβάτι, ένα νιπτήρα με σπασμένη κανάτα και λεκανίτσα, μια καρέκλα και ένα τραπεζάκι, αλλά δεν χωρούσε τίποτα παραπάνω. Οι νταμέην δεν είχαν ανάγκη από ανέσεις, ή από ιδιωτικότητα, ή από προσωπικά αντικείμενα. Ήταν οι ίδιες αντικείμενα. Η Μιν είχε όμοιο δωμάτιο σε ένα άλλο σπίτι, αλλά μπορούσε να πηγαινοέρχεται όποτε ήθελε, ή σχεδόν όποτε ήθελε. Οι Σωντσάν είχαν κάνει τους κανόνες τέχνη· είχαν περισσότερους κανόνες, για όλους, απ’ όσους κανόνες είχε ο Λευκός Πύργος για τις μαθητευόμενες.
Η Εγκουέν στάθηκε μακριά από το παράθυρο. Λεν ήθελε να δουν οι γυναίκες εκεί κάτω τη λάμψη που την περιέβαλλε καθώς διαβίβαζε τη Μία Δύναμη, ανιχνεύοντας προσεκτικά το κολάρο γύρω από το λαιμό της, ψάχνοντας μάταια· δεν καταλάβαινε καν αν ήταν υφασμένο ή αλυσιδωτό —μερικές φορές έμοιαζε να είναι το ένα, μερικές το άλλο— αλλά πάντα έμοιαζε μονοκόμματο. Ήταν μόνο ένα μικρούλικο ρυάκι της Μίας Δύναμης, η πιο μικρή σιαγόνα που μπορούσε να φανταστεί, αλλά και πάλι το μέτωπό της λουζόταν στον ιδρώτα και το στομάχι της ανακατωνόταν. Ήταν μια από τις ιδιότητες του α’ντάμ· αν μια νταμέην προσπαθούσε να διαβιβάσει δίχως σουλ’ντάμ που να φορά το βραχιόλι, τότε ένιωθε άρρωστη, και όσο πιο πολύ Δύναμη διαβίβαζε, τόσο πιο πολύ αρρώσταινε. Αν η Εγκουέν άναβε ένα κερί στην άλλη άκρη του δωματίου, θα έκανε εμετό. Κάποτε η Ρέννα την είχε διατάξει να παίξει με τα μπαλάκια από φως, ενώ το βραχιόλι ήταν στο τραπέζι. Ακόμα ανατρίχιαζε όταν το Θυμόταν.
Τώρα το ασημένιο λουρί διέσχιζε το γυμνό πάτωμα και ανηφόριζε τον άβαφο ξύλινο τοίχο, φτάνοντας στο βραχιόλι που ήταν βαλμένο σ’ ένα κρεμαστάρι. Η θέα του την έκανε να σφίξει τα δόντια με οργή. Ένα σκυλί δεμένο τόσο απρόσεχτα δα το είχε σκάσει. Αν μια νταμέην μετακινούσε το βραχιόλι της, έστω και μισό μέτρο από κει που το είχε αγγίξει τελευταία φορά η σουλ’ντάμ... Η Ρέννα την είχε βάλει να το κάνει κι αυτό — την είχε βάλει να πάει το ίδιο της το βραχιόλι στην άλλη άκρη του δωματίου. Ή τουλάχιστον να προσπαθήσει. Η Εγκουέν ήταν σίγουρη πως είχαν περάσει μόνο μερικά λεπτά πριν η σουλ’ντάμ φορέσει το βραχιόλι στον καρπό της, μα τα ουρλιαχτά και οι κράμπες που την έριζαν σφαδάζοντας στο πάτωμα της φάνηκαν πως κρατούσαν ώρες ολόκληρες.
Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα της, και η Εγκουέν τινάχτηκε, πριν καταλάβει πως δεν μπορούσε να είναι κάποια σουλ’ντάμ. Καμία δεν θα χτυπούσε πρώτα. Πάντως άφησε το σαϊντίν· ένιωθε αρκετά άρρωστη. «Μιν;»