Выбрать главу

«Φτάνουν οι άσκοπες φλυαρίες», τη διέκοψε θυμωμένα η γυναίκα με τα μελόχρωμα μαλλιά. «Εσένα περιμένει η Άμερλιν, Μουαραίν». Έκανε τρία βιαστικά βήματα μπροστά από τις άλλες και άνοιξε το ένα από τα δύο φύλλα μιας ψηλής πόρτας. «Δεν θα καθίσει να φλυαρήσει μαζί σου».

Η Μουαραίν άγγιξε ασυναίσθητα το σακουλάκι στη μέση της και μπήκε προσπερνώντας τη Λίαντριν, νεύοντας στην άλλη γυναίκα σαν να της είχε κάνει εξυπηρέτηση. Δεν χαμογέλασε καν, όταν το πρόσωπο της Λίαντριν φωτίστηκε για μια στιγμή από θυμό. Τι σκαρώνει η κακόμοιρη;

Στρώματα πολύχρωμων χαλιών σκέπαζαν το δάπεδο του προθαλάμου και η αίθουσα ήταν ευχάριστα επιπλωμένη, με καρέκλες και τραπεζάκια και πάγκους με μαξιλαράκια, των οποίων το ξύλο ήταν απλώς λειασμένο ή γυαλισμένο. Μπροκάρ κουρτίνες κάλυπταν τις ψηλές βελοθυρίδες για να τις κάνουν να μοιάζουν με παράθυρα η μέρα ήταν ζεστή και η Σιναρανή παγωνιά θα έπεφτε μόνο μετά το ηλιοβασίλεμα.

Εκεί βρίσκονταν πέντε μόνο από τις Άες Σεντάι που είχαν συνοδεύσει την Άμερλιν. Η Βέριν Μάθγουιν και η Σεραφέλ, του Καφέ Άτζα, δεν σήκωσαν το κεφάλι όταν μπήκε η Μουαραίν. Η Σεραφέλ διάβαζε απορροφημένη ένα παλιό βιβλίο με φθαρμένο και ξεθωριασμένο, δερμάτινο εξώφυλλο, γυρνώντας τις ταλαιπωρημένες σελίδες του με κάθε προσοχή, ενώ η Βέριν, μια παχουλή γυναίκα, καθόταν σταυροπόδι κάτω από μια βελοθυρίδα, υψώνοντας ένα μπουμπούκι στο φως, κρατώντας ταυτόχρονα σημειώσεις και σκιτσάροντας με ακριβείς κινήσεις σε ένα τετράδιο, που ισορροπούσε στο γόνατό της. Είχε ένα ανοιχτό μελανοδοχείο στο πάτωμα δίπλα της και μια στοίβα λουλούδια στην αγκαλιά της. Λίγα πράγματα απασχολούσαν τις Καφέ αδελφές εκτός από την αναζήτηση της γνώσης. Η Μουαραίν μερικές φορές αναρωτιόταν αν αντιλαμβάνονταν τι συνέβαινε στον κόσμο, ή ακόμα και στο ίδιο δωμάτιο μ’ αυτές.

Οι άλλες τρεις γυναίκες που ήταν ήδη στο δωμάτιο στράφηκαν προς το μέρος της, αλλά δεν έκαναν να την πλησιάσουν, απλώς την κοίταξαν. Μία απ’ αυτές της ήταν άγνωστη, μια λεπτή γυναίκα του Κίτρινου Άτζα· η Μουαραίν περνούσε πολύ λίγο καιρό στο Λευκό Πύργο και δεν ήξερε όλες τις Άες Σεντάι, παρ’ όλο που τώρα πια το αλλοτινό πλήθος τους είχε λιγοστέψει. Γνώριζε όμως τις υπόλοιπες. Η Καρλίνυα είχε ψυχρούς τρόπους και χλωμή επιδερμίδα, σαν τα λευκά κρόσσια στο σάλι της, η απόλυτη αντίθεση της μελαχρινής και φλογερής Αλάνα Μοσβάνι από το Πράσινο, μα και οι δυο στέκονταν και την κοίταζαν δίχως να μιλήσουν, ανέκφραστες. Η Αλάνα τύλιξε το σάλι γύρω της με μια απότομη κίνηση, αλλά η Καρλίνυα δεν κουνήθηκε καθόλου. Η λεπτή Κίτρινη αδελφή γύρισε αλλού, με θλιμμένο ύφος.

«Το Φως να σας φωτίζει όλες, Αδελφές», είπε η Μουαραίν. Καμία απάντηση. Δεν ήξερε αν η Σεραφέλ και η Βέριν την είχαν ακούσει καν, Πού είναι οι άλλες; Δεν ήταν ανάγκη να είναι όλες εδώ —οι περισσότερες θα αναπαύονταν στα δωμάτιά τους, για να φρεσκαριστούν από το ταξίδι— αλλά τώρα η Μουαραίν ήταν σε ένταση, και στο μυαλό της τριγυρνούσαν οι ερωτήσεις που δεν θα μπορούσε να κάνει. Τίποτα απ’ αυτά δεν φανερώθηκε στην έκφρασή της.

Η εσωτερική πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε η Ληάνε, χωρίς το ραβδί της με τη χρυσή φλόγα. Η Τηρήτρια των Χρονικών ήταν ψηλή σαν άντρας, με σώμα λιγνό και όλο χάρη, ακόμα όμορφη, με δέρμα στο χρώμα του χαλκού και κοντά, μελαχρινά μαλλιά. Φορούσε γαλάζιο οράριο, με πλάτος μια πιθαμή, αντί για σάλι, επειδή καθόταν στην Αίθουσα του Πύργου, αλλά ως Τηρήτρια και όχι για να εκπροσωπήσει το Άτζα της.

«Εδώ είσαι», είπε απότομα στη Μουαραίν, και έδειξε την πόρτα πίσω της. «Έλα, Αδελφή. Η Έδρα της Άμερλιν περιμένει». Μιλούσε από φυσικού της μ’ έναν κοφτό, γοργό τρόπο, που δεν άλλαζε ποτέ, είτε ένιωθε θυμό, είτε χαρά, είτε έξαψη. Καθώς η Μουαραίν ακολουθούσε τη Ληάνε, αναρωτήθηκε τι αισθανόταν αυτή τη στιγμή η Τηρήτρια. Η Ληάνε βρόντηξε την πόρτα πίσω τους, η οποία έκλεισε με ήχο που θύμιζε πόρτα κελιού.

Η Έδρα της Άμερλιν καθόταν σε ένα φαρδύ τραπέζι στο κέντρο του χαλιού και στο τραπέζι υπήρχε ίνας χρυσός πεπλατυσμένος κύβος, μεγάλος σαν κασέλα για ταξίδι, με περίτεχνα ασημένια στολίδια. Το τραπέζι ήταν καλοφτιαγμένο, με γερά πόδια, αλλά έμοιαζε να υποχωρεί κάτω από ένα βάρος, που δύο δυνατοί άνδρες θα δυσκολεύονταν να σηκώσουν.

Στη θέα του χρυσού κύβου, η Μουαραίν δυσκολεύτηκε να κρατήσει το πρόσωπό της απαθές. Την τελευταία φορά που τον είχε δει ήταν κλειδωμένος στο οχυρό του Άγκελμαρ. Ακούγοντας για την άφιξη της Έδρας της Άμερλιν, σκόπευε να της πει γι’ αυτό μόνη της. Ήταν ασήμαντη λεπτομέρεια, το ότι ήταν ήδη στην κατοχή της Άμερλιν, όμως μια ασήμαντη λεπτομέρεια που προκαλούσε ανησυχία, Τα γεγονότα ίσως είχαν αρχίσει να την ξεπερνούν.