Выбрать главу

Έκλινε βαθιά το γόνυ και είπε με επισημότητα, «Όπως με κάλεσες, Μητέρα, έτσι ήρθα». Η Άμερλιν άπλωσε το χέρι της και η Μουαραίν φίλησε το δαχτυλίδι με το Μέγα Ερπετό, που δεν ήταν διαφορετικό από κάθε άλλης Άες Σεντάι. Σηκώθηκε και μίλησε με στο οικείο ύφος, όχι όμως πολύ. Ένιωθε την Τηρήτρια που στεκόταν πίσω της, πλάι στην πόρτα. «Ελπίζω να ήταν ευχάριστο το ταξίδι που, Μητέρα».

Η Άμερλιν είχε γεννηθεί στο Δάκρυ, σε μια οικογένεια απλών ψαράδων, όχι σε Οίκο ευγενών, και το όνομά της ήταν Σιουάν Σάντσε, αν και ελάχιστοι είχαν προφέρει αυτό το όνομα, ή το είχαν σκεφτεί καν, τα τελευταία δέκα χρόνια, από τότε που την είχε αναδείξει η Αίθουσα του Πύργου. Ήταν η Έδρα της Άμηρλιν· τίποτα λιγότερο. Το πλατύ οράριο στους ώμους της είχε ρίγες με τα χρώματα των επτά Άτζα· η Άμερλιν ήταν όλων των Άτζα και κανενός. Είχε μέτριο ανάστημα, η όψη της ήταν απλή μάλλον παρά όμορφη, αλλά το πρόσωπό της είχε μια δύναμη, η οποία υπήρχε εκεί πριν την ανάδειξή της, τη δύναμη της κοπέλας που είχε επιζήσει στους δρόμους του Μάουλε, της περιοχής του λιμανιού στο Δάκρυ, και το καθάριο γαλανό βλέμμα της είχε κάνει βασιλιάδες και βασίλισσες, ακόμα και τον Διοικητή των Τέκνων του Φωτός, να χαμηλώσουν τα μάτια. Τα δικά της μάτια ήταν κουρασμένα, τώρα, και έσφιγγε το στόμα πιο δυνατά.

«Καλέσαμε τους ανέμους για ν’ ανέβουν πιο γρήγορα τα σκάφη μας τον Ερίνιν, Κόρη, ακόμα και τα ρεύματα γυρίσαμε προς βοήθειά μας». Η φωνή της Άμερλιν ήταν βαθιά, και λυπημένη. «Είδα τι πλημμύρες προκαλέσαμε στα χωριά κατά μήκος του ποταμού, και το Φως μόνο ξέρει τι κάναμε στον καιρό. Δεν κερδίσαμε φίλους με τις ζημιές που κάναμε και τις σοδειές που χαλάσαμε. Όλα αυτά για να φτάσουμε εδώ το συντομότερο δυνατόν». Το βλέμμα της πλανήθηκε στον στολισμένο χρυσό κύβο και ύψωσε το χέρι της, σαν να ήθελε να τον αγγίξει, αλλά, όταν μίλησε, αυτό που είπε ήταν, «Η Ελάιντα είναι στην Ταρ Βάλον, Κόρη. Ήρθε μαζί με την Ηλαίην και τον Γκάγουιν».

Η Μουαραίν ένιωθε τη Ληάνε να στέκεται στο πλάι, σιωπηλή, όπως πάντα ενώπιον της Άμερλιν. Μα κοιτάζοντας, κι ακούγοντας. «Είμαι έκπληκτη, Μητέρα», είπε με προσοχή. «Δεν είναι οι καιροί για να μείνει η Μοργκέις χωρίς τη συμβουλή των Άες Σεντάι». Η Μοργκέις ήταν ένας από τους λίγους ηγέτες που παραδέχονταν ανοιχτά ότι είχαν Άες Σεντάι σύμβουλο· σχεδόν όλοι είχαν από μία, όμως ελάχιστοι το παραδέχονταν.

«Η Ελάιντα επέμεινε, Κόρη, και είτε είναι Βασίλισσα, είτε όχι, μάλλον η δύναμη της Θέλησης της Μοργκέις είναι κατώτερη της Ελάιντα. Όπως και να ’ναι, ίσως αυτή τη φορά δεν το ήθελε. Η Ηλαίην έχει δυνατότητες. Πιο πολλές απ’ όσο έχω δει ποτέ μου. Ήδη δείχνει σημάδια προόδου. Οι Κόκκινες αδελφές καμαρώνουν γι’ αυτό σαν φουσκόψαρα. Δεν νομίζω ότι η κοπέλα τείνει προς τις δικές τους ιδέες, αλλά είναι μικρή ακόμα και κανείς δεν ξέρει. Ακόμα κι αν δεν καταφέρουν να την προσελκύσουν, αυτό δεν θα παίξει μεγάλο ρόλο. Η Ηλαίην θα μπορούσε να γίνει η πιο ισχυρή Άες Σεντάι εδώ και χίλια χρόνια, και τη βρήκε το Κόκκινο Άτζα. Κέρδισαν αρκετό κύρος στην Αίθουσα, εξαιτίας της κοπέλας».

«Έχω δυο νεαρές γυναίκες μαζί μου στο Φαλ Ντάρα, Μητέρα», είπε η Μουαραίν. «Και οι δύο είναι από τους Δύο Ποταμούς, όπου το αίμα της Μανέθερεν είναι ακόμα δυνατό, παρ’ όλο που δεν θυμούνται ότι υπήρχε κάποτε χώρα που ονομαζόταν Μανέθερεν. Το αρχαίο αίμα τραγουδά, Μητέρα, και τραγουδά δυνατά στους Δύο Ποταμούς. Η Εγκουέν, ένα χωριατοκόριτσο, είναι, το λιγότερο, εξίσου δυνατή με την Ηλαίην, Έχω δει την Κόρη-Διάδοχο και ξέρω. Όσο για την άλλη, η Νυνάβε ήταν η Σοφία του χωριού της, αλλά κι αυτή είναι ακόμα κοριτσόπουλο σχεδόν. Κάτι λέει γι’ αυτήν το ότι οι γυναίκες του χωριού της τη διάλεξαν για Σοφία στα χρόνια της. Όταν μάθει να ελέγχει συνειδητά αυτά που κάνει τώρα χωρίς να ξέρει, θα είναι πιο δυνατή από κάθε άλλη στην Ταρ Βάλον. Με την εκπαίδευση θα λάμψει σαν πυρά, πλάι στα κεριά που είναι η Ηλαίην και η Εγκουέν. Κι εδώ δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να διαλέξουν αυτές οι δύο τις Κόκκινες. Με τους άνδρες διασκεδάζουν, αγανακτούν, αλλά τους συμπαθούν. Εύκολα θα ανατρέψουν την όποια επιρροή κερδίσει το Κόκκινο Άτζα στο Λευκό Πύργο, βρίσκοντας την Ηλαίην».

Η Άμερλιν ένευσε, σαν να ήταν όλα αυτά αμελητέα. Τα φρύδια της Μουαραίν υψώθηκαν από την έκπληξη, πριν συγκρατηθεί και γαληνέψει την έκφραση της. Ήταν τα δύο θέματα που προκαλούσαν τη μεγαλύτερη αγωνία στην Αίθουσα του Πύργου, το ότι κάθε χρόνο φαινόταν να βρίσκουν όλο και λιγότερες κοπέλες που να μπορούν να διαβιβάσουν τη Μία Δύναμη, και το ότι έβρισκαν όλο και λιγότερες που να είναι πραγματικά ισχυρές. Χειρότερο από το φόβο εκείνων που κατηγορούσαν τις Άες Σεντάι για το Τσάκισμα του Κόσμου, χειρότερο από το μίσος των Τέκνων του Φωτός, χειρότερο ακόμα κι από τα σχέδια των Σκοτεινόφιλων, ήταν το κατρακύλισμα των αριθμών των Άες Σεντάι και η κάμψη των ικανοτήτων τους. Οι διάδρομοι του Λευκού Πύργου ήταν έρημοι, εκεί που παλιά περνούσαν πλήθη, και αυτό που παλιά μπορούσε άνετα να γίνει με τη Μία Δύναμη, τώρα γινόταν μόνο με δυσκολία, ή και καθόλου.