Выбрать главу

«Η Ελάιντα έχει κι άλλο λόγο που έρχεται στην Ταρ Βάλον, Κόρη. Έστειλε το ίδιο μήνυμα με έξι διαφορετικά περιστέρια, για να είναι σίγουρη ότι θα το λάβω —και που αλλού στην Ταρ Βάλον έστειλε περιστέρια, μόνο να υποθέσω μπορώ— και ύστερα ήρθε και η ίδια. Είπε στην Αίθουσα του Πύργου ότι ασχολείσαι μ’ έναν νεαρό, που είναι τα’βίρεν, κι επικίνδυνος. Ο νεαρός έμενε σ’ ένα πανδοχείο στο Κάεμλυν, είπε η Ελάιντα, αλλά, όταν το ανακάλυψε, βρήκε ότι τον είχες φυγαδεύσει».

«Οι άνθρωποι εκείνου του πανδοχείου μας υπηρέτησαν πιστά, Μητέρα. Αν τους πείραξε...» Η Μουαραίν δεν μπόρεσε να κρύψει την τραχύτητα της φωνής της, κι άκουσε τη Ληάνε να σαλεύει πίσω της. Κανείς δεν μιλούσε στην Έδρα της Άμερλιν μ’ αυτόν τον τόνο· ούτε ακόμα και βασιλιάς από το θρόνο του.

«Θα ’πρεπε να ξέρεις, Κόρη», είπε ξερά η Άμερλιν, «ότι η Ελάιντα δεν πειράζει κανέναν, παρά μόνο όσους θεωρεί επικίνδυνους Σκοτεινόφιλους, ή εκείνους τους ανόητους άνδρες, που προσπαθούν να διαβιβάσουν τη Μία Δύναμη. Ή εκείνους που απειλούν την Ταρ Βάλον. Στο δικό της βλέμμα, όσοι δεν είναι Άες Σεντάι είναι σαν πιόνια σε άβακα για παιχνίδι λίθων. Ευτυχώς γι’ αυτόν, ο πανδοχέας, κάποιος Αφέντης Γκιλ, αν θυμάμαι, μοιάζει να έχει μεγάλη ιδέα για τις Άες Σεντάι, κι έτσι απάντησε ικανοποιητικά στις ερωτήσεις της. Μάλιστα η Ελάιντα είπε καλά λόγια γι’ αυτόν. Όμως μίλησε περισσότερο για τον νεαρό που πήρες μαζί σου. Πιο επικίνδυνος από κάθε άλλον άνδρα μετά τον Άρτουρ τον Γερακόφτερο, είπε. Έχει μερικές φορές την Πρόβλεψη, ξέρεις, και τα λόγια της έχουν μεγάλη βαρύτητα στην Αίθουσα».

Για χάρη της Ληάνε, η Μουαραίν έκανε τη φωνή της όσο πιο ταπεινή μπορούσε. Δεν ήταν και πολύ ταπεινή, αλλά δεν μπορούσε να την κάνει καλύτερη. «Έχω τρεις νεαρούς μαζί μου, Μητέρα, όμως κανείς τους δεν είναι βασιλιάς, και πολύ αμφιβάλλω αν κάποιος απ’ αυτούς ονειρεύεται να ενώσει όλο τον κόσμο υπό έναν ηγέτη. Κανείς δεν έχει ονειρευτεί το όνειρο του Άρτουρ του Γερακόφτερου μετά τον Εκατονταετή Πόλεμο»,

«Ναι, Κόρη. Χωριατόπαιδα, αυτό μου είπε ο Άρχοντας Άγκελμαρ. Μα ένας απ’ αυτούς είναι Τα’βίρεν». Το βλέμμα της Άμερλιν πλανήθηκε πάλι στον πεπλατυσμένο κύβο. «Προτάθηκε στην Αίθουσα να αναχωρήσεις σε ησυχαστήριο για να στοχαστείς. Το έθεσε μια από τις Καθήμενες του Πράσινου, ενώ οι άλλες ένευαν πως συμφωνούσαν καθώς μιλούσε».

Η Ληάνε έκανε ένα ήχο αηδίας, ή ίσως ενόχλησης. Πάντα έμενε στην άκρη, όταν μιλούσε η Έδρα της Άμερλιν, όμως η Μουαραίν τώρα δικαιολογούσε αυτή τη μικρή διακοπή. Το Πράσινο Άτζα ήταν σύμμαχος του Γαλάζιου επί χίλια χρόνια· από την εποχή του Άρτουρ του Γερακόφτερου, μιλούσαν με μια φωνή. «Δεν έχω την παραμικρή επιθυμία να σκαλίζω λαχανικά σε κάποιο μακρινό χωριουδάκι, Μητέρα». Ούτε και θα το κάνω, κι ας πει ό,τι θέλει η Αίθουσα του Πύργου.

«Πέραν τούτου, προτάθηκε, πάλι από το Πράσινο, να δοθεί η φροντίδα σου κατά τη διάρκεια της αναχώρησής σου στο Κόκκινο Άτζα. Οι Κόκκινες Καθήμενες προσπάθησαν να δείξουν έκπληξη, αλλά έμοιαζαν με ψαροπούλια, που ξέρουν ότι η λεία ήταν αφύλαχτη». Η Άμερλιν ξεφύσηξε. «Οι Κόκκινες προσποιήθηκαν ότι ήταν απρόθυμες να αναλάβουν την κηδεμονία κάποιας που δεν ανήκει στο Άτζα τους, αλλά είπαν ότι θα υποτάσσονταν στις επιθυμίες της Αίθουσας».

Άθελά της, η Μουαραίν ανατρίχιασε. «Αυτό θα ήταν... εξαιρετικά δυσάρεστο, Μητέρα». Θα ήταν χειρότερο από δυσάρεστο, πολύ χειρότερο· οι Κόκκινες δεν ήταν ποτέ τους ευγενικές. Παραμέρισε αυτή τη σκέψη, για να ασχοληθεί αργότερα. «Μητέρα, δεν καταλαβαίνω αυτή την συμμαχία, όπως φαίνεται, μεταξύ των Πράσινων και των Κόκκινων. Οι πεποιθήσεις τους, η στάση τους απέναντι στους άνδρες, η άποψή τους για τους σκοπούς μας ως Άες Σεντάι, είναι άκρως αντίθετες. Μια Κόκκινη και μια Πράσινη δεν μπορούν καν να μιλήσουν μεταξύ τους χωρίς να καταλήξουν σε καυγά».

«Τα πράγματα αλλάζουν, Κόρη. Είμαι η πέμπτη κατά σειρά που ανεβάζει στην Έδρα της Άμερλιν το Γαλάζιο. Ίσως νομίζουν ότι αυτό παρατράβηξε, ή ίσως ο τρόπος σκέψης των Γαλάζιων δεν αρκεί πια σε έναν κόσμο γεμάτο ψεύτικους Δράκοντες. Μετά από χίλια χρόνια, πολλά πράγματα αλλάζουν». Η Άμερλιν έκανε ένα μορφασμό και συνέχισε σαν να μονολογούσε. «Τα παλιά τείχη καταρρέουν και οι παλιοί φραγμοί εξασθενούν». Τινάχτηκε λιγάκι και μίλησε με πιο σταθερή φωνή. «Έγινε κι άλλη μια πρόταση, που ακόμα βρωμά, σαν ψάρι που μια βδομάδα σαπίζει στο μόλο. Εφόσον η Ληάνε ανήκει στο Γαλάζιο Άτζα, απ’ όπου προέρχομαι κι εγώ, τέθηκε το ζήτημα ότι, στέλνοντας μαζί μου δύο αδελφές του Γαλάζιου σ’ αυτό το ταξίδι, θα έδιναν τέσσερις εκπροσώπους στο Γαλάζιο. Αυτό τέθηκε στην Αίθουσα, μπροστά μου, σαν να συζητούσαν για επισκευές στις αποχετεύσεις. Δύο Λευκές Αδελφές μίλησαν εναντίον μου, και δύο Πράσινες. Οι Κίτρινες άρχισαν να μουρμουρίζουν μεταξύ τους, και μετά δεν πήραν θέση, ούτε υπέρ ούτε κατά. Άλλη μια να έλεγε όχι, και οι αδελφές σου, η Ανάγια και η Μάιγκαν, δεν θα ήταν εδώ. Μέχρι που συζητήθηκε, εκεί στα φανερά, μήπως δεν έπρεπε να φύγω καν από τον Λευκό Πύργο».