Η Μουαραίν ένιωσε μεγαλύτερο σοκ από πριν, που είχε ακούσει ότι το Κόκκινο Άτζα την ήθελε στα χέρια του. Απ’ όποιο Άτζα και να προερχόταν, η Τηρήτρια των Χρονικών μιλούσε μόνο εκ μέρους της Έδρας της Άμερλιν, και η Έδρα της Άμερλιν μιλούσε εκ μέρους όλων των Άες Σεντάι και όλων των Άτζα. Πάντα έτσι ήταν και κανένας δεν είχε τολμήσει ποτέ να πει το αντίθετο, ούτε ακόμα και στους πιο σκοτεινούς καιρούς των Πολέμων των Τρόλοκ, ούτε ακόμα κι όταν οι στρατιές του Άρτουρ του Γερακόφτερου είχαν μαντρώσει στην Ταρ Βάλον όλες τις Άες Σεντάι που είχαν επιζήσει. Πάνω απ’ όλα, η Έδρα της Άμερλιν ήταν η Έδρα της Άμερλιν. Όλες οι Άες Σεντάι είχαν ορκιστεί να την υπακούουν. Καμία τους δεν μπορούσε να αμφισβητήσει τις πράξης της, ή το πού σκόπευε να πάει. Αυτή η πρόταση ήταν αντίθετη με τρισχιλιετή έθιμα και νόμους.
«Ποιος θα το τολμούσε, Μητέρα;»
Το γέλιο της Έδρας της Άμερλιν ήταν πικρόχολο. «Σχεδόν όλοι, Κόρη. Στο Κάεμλυν ξέσπασαν ταραχές. Το Μεγάλο Κυνήγι αναγγέλθηκε χωρίς να το μυριστούμε πριν την ανακοίνωση. Ψεύτικοι Δράκοντες ξεπηδούν σαν κοκκινοκούδουνα μετά τη βροχή. Έθνη σβήνουν, και περισσότεροι ευγενείς από κάθε άλλη φορά παίζουν το Παιχνίδι των Οίκων από τότε που οι Άρτουρ ο Γερακόφτερος ξερίζωσε τις δολοπλοκίες τους. Και το χειρότερο, όλες μας ξέρουμε ότι ο Σκοτεινός σαλεύει ξανά. Αν υπάρχει μια αδελφή που δεν πιστεύει ότι ο Λευκός Πύργος μένει πίσω από τα γεγονότα, τότε ή είναι του Καφέ Άτζα, ή πεθαμένη. Δεν μας μένει πολύς χρόνος, Κόρη. Μερικές φορές τον νιώθω να κυλά τόσο γρήγορα».
«Όπως λες, Μητέρα, τα πράγματα αλλάζουν. Αλλά υπάρχουν μεγαλύτεροι κίνδυνοι έξω από τα Λαμπερά Τείχη παρά μέσα».
Για μια ατέλειωτη στιγμή η Άμερλιν στάθηκε μπροστά στο σταθερό βλέμμα της Μουαραίν, και ύστερα ένευσε αργά. «Άφησέ μας, Ληάνε. Θέλω να μιλήσω μονάχη στην Κόρη μου τη Μουαραίν».
Η Ληάνε μόνο για μια στιγμή δίστασε πριν πει, «Όπως επιθυμείς, Μητέρα». Η Μουαραίν ένιωσε την έκπληξη της. Η Άμερλιν δεν δεχόταν πολύ κόσμο δίχως την παρουσία της Τηρήτριας, ειδικά μια αδελφή την οποία είχε λόγους να ψέξει.
Η πόρτα άνοιξε κι έκλεισε πίσω από τη Ληάνε. Δεν Θα έλεγε λέξη στον προθάλαμο για όσα είχαν διαμειφθεί εκεί μέσα, αλλά η είδηση ότι η Μουαραίν ήταν μόνη μαζί με την Έδρα της Άμερλιν θα απλωνόταν στις Άες Σεντάι του Φαλ Ντάρα σαν πυρκαγιά σε ξερό δάσος, και όλες θα άρχιζαν να κάνουν υποθέσεις.
Μόλις έκλεισε η πόρτα, η Άμερλιν σηκώθηκε, και η Μουαραίν ένιωσε ένα στιγμιαίο γαργαλητό στην επιδερμίδα της, καθώς η άλλη γυναίκα διαβίβαζε τη Μία Δύναμη. Για μια στιγμή, η Έδρα της Άμερλιν της φάνηκε περικυκλωμένη από μια λαμπερή άλω.
«Δεν ξέρω αν καμιά άλλη ξέρει το παλιό σου κόλπο», είπε η Έδρα της Άμερλιν, αγγίζοντας ανάλαφρα μ’ ένα δάχτυλο τη γαλάζια πέτρα στο μέτωπο της Μουαραίν, «αλλά οι πιο πολλές θυμόμαστε κάποια κολπάκια από τότε που ήμασταν παιδιά. Πάντως, τώρα δεν μας ακούει κανείς».
Ξαφνικά τύλιξε τα χέρια της γύρω από τη Μουαραίν, μια ζεστή αγκαλιά μεταξύ παλιών φιλενάδων η Μουαραίν την ανταπέδωσε.
«Είσαι η μοναδική, Μουαραίν, με την οποία μπορώ να θυμηθώ ποια ήμουν. Ακόμα και η Ληάνε πάντα κάνει ότι έγινα το οράριο και το ραβδί, ακόμα κι όταν είμαστε μόνες, λες και δεν χαχανίζαμε παρέα όταν ήμασταν μαθητευόμενες. Μερικές φορές λέω μακάρι να ήμασταν ακόμα μαθητευόμενες, εγώ κι εσύ. Ακόμα αθώες, να βλέπουμε τα πάντα σαν ιστορία βάρδου που βγήκε αληθινή, ακόμα αθώες, για να νομίζουμε ότι θα μπορούσαμε να βρούμε άνδρες —θα ήταν πρίγκιπες, θυμάσαι;— που θα άντεχαν να ζήσουν με γυναίκες που έχουν τη δύναμη των Άες Σεντάι. Αρκετά αθώες για να ονειρευόμαστε ότι η ιστορία του βάρδου θα είχε ευτυχισμένο τέλος, ότι θα ζούσαμε τη ζωή μας όπως οι άλλες γυναίκες, απλώς με κάτι παραπάνω απ’ αυτές».
«Είμαστε Άες Σεντάι, Σιουάν. Έχουμε το καθήκον μας. Ακόμα κι αν εμείς οι δύο δεν είχαμε γεννηθεί με την ικανότητα να διαβιβάζουμε, θα τα εγκατέλειπες όλα για ένα σπιτικό κι έναν σύζυγο, έστω κι αν ήταν πρίγκιπας; Δεν το πιστεύω. Είναι το όνειρο μιας νοικοκυράς από χωριό. Ακόμα και οι Πράσινες δεν το τραβάνε τόσο».