Η Άμερλιν έκανε ένα βήμα πίσω. «Όχι, δεν θα τα εγκατέλειπα. Τις περισσότερες φορές, αυτό λέω. Αλλά ήρθαν στιγμές που ζήλεψα τη νοικοκυρά του χωριού. Αυτή τη στιγμή, σχεδόν έτσι νιώθω. Μουαραίν, αν κανείς ανακαλύψει, ακόμα και η Ληάνε, τι σχεδιάζουμε, τότε θα μας σιγανέψουν και τις δύο. Και δεν μπορώ να πω ότι θα είναι λάθος τους».
5
Η Σκιά στο Σίναρ
Σιγάνεμα. Η λέξη φάνηκε να τρεμοπαίζει στον αέρα, σχεδόν ορατή. Όταν το έκαναν σε έναν άνδρα που μπορούσε να διαβιβάσει τη Μία Δύναμη» τον οποίο έπρεπε να σταματήσουν, πριν η τρέλα τον αναγκάσει να καταστρέψει τα πάντα γύρω του, λεγόταν ειρήνεμα, αλλά για τις Άες Σεντάι ήταν σιγάνεμα. Σιγανεμένες. Δεν θα μπορούσαν πια να διαβιβάσουν τη ροή της Μίας Δύναμης. Θα μπορούσαν να νιώθουν το σαϊντάρ, το θηλυκό μισό της Αληθινής Πηγής, αλλά δεν θα είχαν πια την ικανότητα να το αγγίζουν. Θα θυμούνταν για πάντα τι είχαν χάσει. Τόσο σπάνια γινόταν αυτό, που όλες οι μαθητευόμενες ήταν υποχρεωμένες να μάθουν το όνομα καθεμιάς Άες Σεντάι που είχε σιγανευτεί μετά το Τσάκισμα του Κόσμου, και το έγκλημά της, μα δεν μπορούσαν να το φέρουν στο νου τους δίχως ανατριχίλα. Ούτε οι άνδρες άντεχαν το ειρήνεμα, ούτε οι γυναίκες το σιγάνεμα.
Η Μουαραίν ήξερε από την αρχή το ρίσκο, και ήξερε ότι ήταν αναγκαίο. Αυτό δεν σήμαινε ότι το συλλογιζόταν μ’ ευχαρίστηση. Τα μάτια της στένεψαν, και μόνο η λάμψη τους έδειχνε το θυμό και την ανησυχία της. «Η Ληάνε θα σε ακολουθούσε ως τις πλαγιές του Σάγιολ Γκουλ, Σιουάν, ως το Χάσμα του Χαμού. Δεν μπορεί να νομίζεις ότι θα σε πρόδιδε».
«Όχι. Αλλά, όμως, θα το θεωρούσε προδοσία; Είναι προδοσία να προδώσεις τον προδότη; Το σκέφτηκες ποτέ;»
«Ποτέ. Αυτό που κάνουμε, Σιουάν, είναι αυτό που πρέπει να γίνει. Το γνωρίζουμε και οι δύο, είκοσι χρόνια τώρα. Ο Τροχός υφαίνει όπως ο Τροχός το θέλει, και γι’ αυτό μας διάλεξε το Σχήμα. Είμαστε μέρος των Προφητειών, και οι Προφητείες πρέπει να εκπληρωθούν. Πρέπει!»
«Οι Προφητείες πρέπει να εκπληρωθούν. Μας δίδαξαν ότι έτσι θα γίνει, και πρέπει να γίνει, αλλά η εκπλήρωσή τους θα προδώσει όλα τα άλλα που διδαχθήκαμε. Κάποιοι Θα έλεγαν ότι θα προδώσει όλα όσα πιστεύουμε». Τρίβοντας τα μπράτσα της, η Έδρα της Άμερλιν πλησίασε τη στενή βελοθυρίδα και κοίταξε τον κήπο πιο κάτω. Άγγιξε τις κουρτίνες. «Εδώ στους γυναικωνίτες κρεμούν κουρτίνες για να απαλύνουν την όψη του δωματίου, και φτιάχνουν πανέμορφους κήπους, αλλά δεν υπάρχει κανένα σημείο αυτού του μέρους που να μην είναι φτιαγμένο για μάχες, σκοτωμούς και θανάτους». Συνέχισε με τον ίδιο στοχαστικό τόνο. «Μόνο δύο φορές μετά το Τσάκισμα του Κόσμου αφαίρεσαν από την Έδρα της Άμερλιν το οράριο και το ραβδί της».
«Από την Τετσουάν, η οποία πρόδωσε τη Μανέθερεν, ζηλεύοντας τις δυνάμεις της Ελισάντε, και από την Μπόνχουιν, που για να κυριαρχήσει στον κόσμο προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τον Άρτουρ τον Γερακόφτερο σαν μαριονέτα, κι έτσι παραλίγο θα γκρέμιζε την Ταρ Βάλον».
Η Άμερλιν συνέχισε να ατενίζει τον κήπο. «Και ο; δύο Κόκκινες, και οι δύο αντικαταστάθηκαν από Άμερλιν του Γαλάζιου. Είναι ο λόγος που δεν εξελέγη Άμερλιν από το Κόκκινο μετά την Μπόνχουιν, και ο λόγος που το Κόκκινο Άτζα θα αρπάξει και την παραμικρή πρόφαση για να ρίξει μια Άμερλιν από το Γαλάζιο· να πώς ταιριάζουν όλα ωραία μεταξύ τους. Δεν θέλω να γίνω η τρίτη που θα χάσει οράριο και ραβδί, Μουαραίν. Για σένα, φυσικά, σημαίνει ότι θα σε σιγάνευαν και θα σε έδιωχναν εκτός των Λαμπερών Τειχών».
«Η Ελάιντα, κατ’ αρχάς, δεν θα με άφηνε να γλιτώσω τόσο εύκολα». Η Μουαραίν κοίταξε εξεταστικά την πλάτη της φίλης της. Φως μου, τι την έπιασε; Ποτέ άλλοτε δεν έκανε έτσι. Πού είναι το σθένος της, η φλόγα της; «Αλλά δεν θα έχουμε τέτοια κατάληξη, Σιουάν».
Η άλλη γυναίκα συνέχισε, σαν να μην είχε μιλήσει η Μουαραίν. «Για μένα, θα ήταν αλλιώς. Ακόμα και σαγηνεμένη, μια Άμερλιν που ανατράπηκε δεν θα της επιτρέψουν να τριγυρνά ανεξέλεγκτη· μπορεί άλλες να τη δουν σαν μάρτυρα, να γίνει πόλος έλξης της αντιπολίτευσης. Την Τετσουάν και την Μπόνχουιν τις κράτησαν στον Λευκό Πύργο για υπηρέτριες. Για λαντζιέρες, να μπορούν να τις δείχνουν σαν προειδοποίηση για το τι μπορούν να πάθουν και οι πιο ισχυροί. Τι πόλος θα γινόταν μια γυναίκα, που όλη μέρα σφουγγαρίζει πατώματα και πλένει κατσαρολικά; Θα τη συμπονούσαν, μα δεν θα συσπειρώνονταν γύρω της».
Με μάτια γεμάτα φλόγες, η Μουαραίν στηρίχθηκε με τις γροθιές στο τραπέζι. «Κοίταξέ με, Σιουάν. Κοίταξέ με! Λες ότι θέλεις να τα εγκαταλείψεις, μετά από τόσα χρόνια, μετά απ’ όσα κάναμε; Να εγκαταλείψεις, και να παρατήσεις τον κόσμο; Μόνο επειδή φοβάσαι ότι θα σε δείρουν με τη βίτσα, αν δεν πλύνεις καλά τις κατσαρόλες;» Πότισε τα λόγια της μ’ όσο πιο πολύ χλευασμό μπορούσε, και ανακουφίστηκε, όταν η φίλη της στριφογύρισε για να την αντικρίσει. Το σθένος υπήρχε ακόμα, εξασθενημένο, αλλά υπήρχε ακόμα. Τα καταγάλανα μάτια έκαιγαν από θυμό, σαν τα δικά της.