Выбрать главу

«Θυμάμαι ποια από τις δυο μας τσίριζε δυνατότερα, όταν μας έδερναν τότε που ήμασταν μαθητευόμενες. Είχες ζήσει μαλθακή ζωή στην Καιρχίν, Μουαραίν. Δεν ήταν σαν να δουλεύεις σε ψαρόβαρκα». Η Σιουάν χτύπησε απότομα το τραπέζι, κι ο κρότος ακούστηκε δυνατός. «Όχι, δεν προτείνω να εγκαταλείψουμε, αλλά ούτε σκοπεύω να δω τα πάντα να χάνονται μέσα από τα χέρια μας χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα! Τα περισσότερα προβλήματα που έχω με την Αίθουσα πηγάζουν από σένα. Ακόμα και οι Πράσινες απορούν γιατί δεν σε κάλεσα στον Πύργο, να σου μάθω τι σημαίνει πειθαρχία. Οι μισές αδελφές που είναι μαζί μου πιστεύουν ότι πρέπει να σε παραδώσω στις Κόκκινες και, αν γίνει αυτό, θα ευχηθείς να ήσουν πάλι μαθητευόμενη και να σε περίμενε, στην χειρότερη περίπτωση, ένα χέρι ξύλο.» Φως μου! Αν θυμηθεί καμιά τους ότι ως μαθητευόμενες ήμασταν φίλες, τότε μαζί σου θα βρεθώ κι εγώ.

«Είχαμε ένα σχέδιο! Ένα σχέδιο, Μουαραίν! Θα έβρισκες τον μικρό και θα τον έφερνες στην Ταρ Βάλον, για να τον κρύψουμε σε ασφάλεια και να τον καθοδηγήσουμε. Από τότε που έφυγες από τον Πύργο, έλαβα μόνο δύο μηνύματά σου. Μόνο δύο! Νιώθω σαν να προσπαθώ να αρμενίσω στα Δάχτυλα του Δράκοντα μέσα στη σκοτεινιά. Ένα μήνυμα για να πεις ότι έμπαινες στους Δύο Ποταμούς, ότι πήγαινες στο χωριό, σ’ εκείνο το Πεδίο του Έμοντ. Σε λίγο, σκέφτηκα εγώ. Τον βρήκε και σε λίγο θα τον έχει στα χέρια της. Έπειτα το μήνυμα από το Κάεμλυν, για να πεις ότι ερχόσουν στο Σίναρ, στο Φαλ Ντάρα, όχι στην Ταρ Βάλον. Στο Φαλ Ντάρα, με τη Μάστιγα τόσο κοντά που την αγγίζεις. Στο Φαλ Ντάρα, όπου οι Τρόλοκ κάνουν επιδρομές και οι Μυρντράαλ φτάνουν σχεδόν ως τα τείχη του. Κοντά είκοσι χρόνια καταστρώνουμε και ερευνούμε, και εσύ πετάς τα σχέδιά μας σχεδόν κατάμουτρα στον Σκοτεινό. Σου έστριψε;»

Τώρα που είχε ξαναφέρει ζωή στην άλλη γυναίκα, η Μουαραίν ξανάδειχνε εξωτερικά γαλήνια. Γαλήνια, αλλά και ανυποχώρητη. «Το Σχήμα δεν λογαριάζει τα σχέδια των ανθρώπων, Σιουάν. Μ’ όλα τα τεχνάσματά μας, ξεχάσαμε τι αντιμετωπίζουμε. Τα’βίρεν. Η Ελάιντα κάνει λάθος. Ο Άρτουρ Πέντραγκ Τανρήαλ ποτέ δεν ήταν τόσο δυνατός τα’βίρεν. Ο Τροχός θα υφάνει το Σχήμα γύρω από αυτόν τον νεαρό, όπως ο Τροχός το θέλει, ό,τι σχέδια κι αν κάνουμε εμείς».

Ο θυμός χάθηκε από το πρόσωπο της Άμερλιν και τη θέση του πήρε μια χλομάδα, σαν από δυνατό ξάφνιασμα. «Φαίνεται σαν να λες εσύ τώρα ότι μάταια πασχίζουμε. Προτείνεις να σταυρώσουμε τα χέρια και να βλέπουμε τον κόσμο να καίγεται;»

«Όχι, Σιουάν. Ποτέ δεν θα σταυρώσουμε τα χέρια». Αλλά ο κόσμος θα καεί, Σιουάν, είτε με τον ένα, είτε με τον άλλο τρόπο, ό,τι κι αν κάνουμε. Αυτό δεν Θα το πίστευες ποτέ. «Όμως τώρα πρέπει να καταλάβουμε ότι τα σχέδιά μας είναι παρακινδυνευμένα. Δεν κρατάμε τα ηνία με σταθερό χέρι, όπως νομίζαμε. Ίσως μόνο μ’ ένα δάχτυλο. Οι άνεμοι της μοίρας φυσούν, Σιουάν, και πρέπει να τους ακολουθήσουμε εκεί που θα μας πάνε».

Η Άμερλιν ρίγησε, σαν να ένιωθε αυτούς τους ανέμους στο σβέρκο της. Τα χέρια της πλησίασαν τον πεπλατυσμένο κύβο από χρυσάφι, και τα κοντόχοντρα, επιδέξια δάχτυλά της βρήκαν συγκεκριμένα σημεία στα περίπλοκα σχέδια. Προσεκτικά ισορροπημένο, το σκέπασμα υψώθηκε και αποκάλυψε ένα κουλουριασμένο χρυσό κέρας, φωλιασμένο σε μια εσοχή, προορισμένη να το συγκρατεί. Σήκωσε το όργανο και το δάχτυλό της ακολούθησε τη ρέουσα αργυρή γραφή στην Παλιά Γλώσσα, η οποία ήταν σκαλισμένη ολόγυρα στο πλατύ στόμιο.

«‘Ο τάφος δεν είναι εμπόδιο στο κάλεσμά μου’», μετέφρασε, με φωνή τόσο χαμηλή, που έμοιαζε να μονολογεί. «Το Κέρας του Βαλίρ, φτιαγμένο για να καλεί νεκρούς ήρωες από τον τάφο. Και η προφητεία είπε ότι θα βρισκόταν ακριβώς πριν την Τελευταία Μάχη». Ξανάχωσε απότομα το κέρας στην εσοχή του και έκλεισε το σκέπασμα, σαν να μην άντεχε πια την όψη του. «Ο Άγκελμαρ μου το πέταξε στα χέρια μόλις τελείωσε το Καλωσόρισμα. Είπε ότι φοβόταν να μπει ακόμα και στο ίδιο του το Θησαυροφυλάκιο μ’ αυτό να είναι εκεί. Ο πειρασμός ήταν πολύ μεγάλος, είπε. Ο πειρασμός να ηχήσει το Κέρας ο ίδιος και να οδηγήσει βόρεια το στρατό που θα απαντούσε στο κάλεσμα, να περάσουν τη Μάστιγα και να ισοπεδώσουν το Σάγιολ Γκουλ, και να εξοντώσουν τον Σκοτεινό. Ένιωθε την έκσταση της δόξας να τον καίει, είπε, και αυτό του υπέδειξε ότι δεν ήταν γι’ αυτόν, ότι δεν έπρεπε να το κάνει ο ίδιος. Ανυπομονούσε να το ξεφορτωθεί, αλλά ακόμα το ήθελε».