Выбрать главу

Η Μουαραίν ένευσε. Ο Άγκελμαρ γνώριζε την Προφητεία του Κέρατος, όπως και οι πιο πολλοί από αυτούς που πολεμούσαν τον Σκοτεινό. «‘Αυτός που θα με ηχήσει να μην σκέφτεται τη δόξα, αλλά μόνο τη λύτρωση’».

«Λύτρωση». Η Άμερλιν γέλασε πικρά. «Όπως είδα το βλέμμα του Άγκελμαρ, δεν ήξερε αν έχανε τη λύτρωση, ή αν απέρριπτε την καταδίκη της ψυχής του. Ήξερε μόνο ότι έπρεπε να το παρατήσει, πριν τον κάψει. Προσπάθησε να το κρατήσει μυστικό, αλλά λέει ότι στο οχυρό άρχισαν ήδη να κυκλοφορούν φήμες. Εγώ δεν νιώθω τον πειρασμό, αλλά κι έτσι το Κέρας μου φέρνει ανατριχίλα. Θα πρέπει να το ξαναβάλει στο θησαυροφυλάκιό του, μέχρι να φύγω. Δεν θα μπορούσα να κοιμηθώ κοντά στο Κέρας, ακόμα κι αν ήταν στο διπλανό δωμάτιο». Έτριψε τις ρυτίδες, τις οποίες η ανησυχία είχε χαράξει στο μέτωπό της, και αναστέναξε. «Και δεν ήταν να βρεθεί, παρά μόνο λίγο πριν την Τελευταία Μάχη. Μπορεί να είναι τόσο κοντινή. Σκεφτόμουν, ήλπιζα, ότι θα είχαμε περισσότερο χρόνο».

«Ο Κύκλος της Κάρεδον».

«Ναι, Μουαραίν. Δεν είναι ανάγκη να μου το θυμίσεις. Ζω με τις Προφητείες του Δράκοντα τόσο καιρό όσο κι εσύ». Η Άμερλιν κούνησε το κεφάλι. «Πάντα υπήρχε ένας μόνο ψεύτικος Δράκοντας σε κάθε γενιά μετά το Τσάκισμα, και τώρα τρεις ταυτοχρόνως λυμαίνονται τον κόσμο, κι άλλοι τρεις τα τελευταία δύο χρόνια. Το Σχήμα απαιτεί έναν Δράκοντα, επειδή το Σχήμα υφαίνει για την Τάρμον Γκάι’ντον. Μερικές φορές με πλημμυρίζουν αμφιβολίες, Μουαραίν». Μίλησε συλλογισμένα, σαν να στοχαζόταν, και συνέχισε με τον ίδιο τόνο. «Αν ο Λογκαίν είναι εκείνος; Μπορούσε να διαβιβάσει, πριν τον φέρουν οι Κόκκινες στο Λευκό Πύργο, όπου τον ειρηνέψαμε. Το ίδιο και ο Μάζριμ Τάιμ, στη Σαλδαία. Κι αν είναι αυτός; Ήδη υπάρχουν αδελφές στη Σαλδαία μπορεί τώρα να τον έχουν πιάσει. Αν εξ αρχής κάναμε λάθος; Τι θα γίνει, αν ο Ξαναγεννημένος Δράκοντας ειρηνευτεί πριν αρχίσει καν η Τελευταία Μάχη; Ακόμα και οι προφητείες μπορεί να αποτύχουν, αν αυτός τον οποίο προφητεύουν σκοτωθεί ή ειρηνευτεί. Και μετά θα αντιμετωπίσουμε τον Σκοτεινό γυμνοί στην καταιγίδα».

«Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος δεν είναι εκείνος, Σιουάν. Το Σχήμα δεν απαιτεί κάποιον Δράκοντα, αλλά τον ένα και αληθινό Δράκοντα. Μέχρι να φανερωθεί, το Σχήμα θα συνεχίσει να βγάζει ψεύτικους Δράκοντες, αλλά μετά δεν θα υπάρξουν άλλοι. Αν ήταν ο Λογκαίν, ή ο Μάζριμ, δεν θα υπήρχαν άλλοι».

«‘Γιατί θα έρθει σαν το χάραμα της αυγής, και δα συντρίψει πάλι τον κόσμο με τον ερχομό του, και θα τον κάνει πάλι νέο’. Είτε πάμε γυμνοί στην καταιγίδα, ή καταφεύγουμε σε μια προστασία που θα μας έρθει σαν συμφορά. Το Φως να μας φυλάει». Η Άμερλιν τινάχτηκε, παν να ήθελε να διώξει μακριά τα ίδια της τα λόγια. Το πρόσωπό της είχε πάρει μια σκληρή έκφραση, σαν να ετοιμαζόταν να δεχθεί χτύπημα. «Ποτέ δεν μπορούσες να κρύψεις από μένα τι σκέφτεσαι, όπως κάνεις με τις άλλες, Μουαραίν. Έχεις κι άλλα να μου πεις, και δεν είναι καλά νέα».

Η Μουαραίν για απάντηση πήρε το δερμάτινο σακίδιο από τη ζώνη της και το αναποδογύρισε, χύνοντας τα περιεχόμενά του στο τραπέζι. Έμοιαζε να είναι ένας σωρός από σπασμένα κομμάτια κεραμικού, με αστραφτερά μαύρα και άσπρα χρώματα.

Η Έδρα της Άμερλιν άγγιξε ένα με περιέργεια, και της κόπηκε η ανάσα. «Κουεντιγιάρ».

«Καρδιόπετρα», συμφώνησε η Μουαραίν. Ο τρόπος της κατασκευής του κουεντιγίαρ είχε χαθεί με το Τσάκισμα του Κόσμου, αλλά ό,τι φτιάχτηκε από καρδιόπετρα διασώθηκε από τον κατακλυσμό. Είχαν αντέξει ακόμα και τα αντικείμενα που είτε τα είχε καταπιεί η γη, είτε είχαν βουλιάξει στη θάλασσα· πρέπει να είχαν αντέξει. Καμία γνωστή δύναμη δεν μπορούσε να σπάσει το κουεντιγιάρ από τη στιγμή που θα κατασκευαζόταν· ακόμα κι αν έστρεφε κανείς τη Μία Δύναμη εναντίον της καρδιόπετρας, απλώς θα την έκανε δυνατότερη. Μόνο που αυτήν εδώ κάποια δύναμη την είχε σπάσει.

Η Άμερλιν ένωσε βιαστικά τα Θραύσματα. Αυτό που σχηματίστηκε ήταν ένας δίσκος, μεγάλος σαν ανθρώπινο χέρι, ο μισός πιο μαύρος από κατράμι, και ο άλλος μισός πιο άσπρος κι από χιόνι, με τα χρώματα να ενώνονται σε μια φιδίσια γραμμή, που τα χρόνια δεν την είχαν ξεθωριάσει. Το αρχαίο σύμβολο των Άες Σεντάι, πριν τσακιστεί ο κόσμος, τότε που άνδρες και γυναίκες χειρίζονταν τη Δύναμη μαζί. Τώρα το μισό ονομαζόταν Φλόγα της Ταρ Βάλον· το άλλο μισό το ζωγράφιζαν σε πόρτες για να κατηγορήσουν κάποιους ότι ήταν με το μέρος του κακού. Μόνο επτά τέτοιοι δίσκοι είχαν κατασκευαστεί· ό,τι αντικείμενο είχε φτιαχτεί ποτέ από καρδιόπετρα ήταν καταγραμμένο στο Λευκό Πύργο, και πιο καλά θυμούνταν αυτά τα επτά. Η Σιουάν Σάντσε το κοίταξε όπως θα έβλεπε μια όχεντρα στο μαξιλάρι της.

«Μια από τις σφραγίδες της φυλακής του Σκοτεινού», είπε τελικά, απρόθυμα. Γι’ αυτές ακριβώς τις επτά σφραγίδες υποτίθεται πως η Έδρα της Άμερλιν ήταν Φύλακας. Το μυστικό που έκρυβαν από τον κόσμο, αν κάποιου του περνούσε ποτέ από το νου, ήταν ότι, μετά τους Πολέμους των Τρόλοκ, ποτέ καμία Έδρα της Άμερλιν δεν ήξερε πού βρίσκονταν οι σφραγίδες.