«Ξέρουμε ότι ο Σκοτεινός σαλεύει, Σιουάν. Ξέρουμε ότι η φυλακή του δεν μπορεί να μείνει σφραγισμένη για πάντα. Τα έργα των ανθρώπων δεν είναι σαν τα έργα του Δημιουργού. Ξέραμε ότι ξανάγγιξε τον κόσμο, αν και, δόξα στο Φως, μόνο έμμεσα. Οι Σκοτεινόφιλοι πληθαίνουν, κι αυτό που αποκαλούσαμε κακό πριν δέκα χρόνια, τώρα είναι σχεδόν καπρίτσιο, αν το συγκρίνουμε μ’ όσα γίνονται τώρα καθημερινά».
«Αν οι σφραγίδες άρχισαν ήδη να σπάνε... Ίσως να μην έχουμε καθόλου χρόνο».
«Λιγοστό. Αλλά αυτός ο λίγος ίσως να αρκεί. Πρέπει».
Η Άμερλιν άγγιξε τη θρυμματισμένη σφραγίδα και η φωνή της σφίχτηκε, σαν να βίαζε τον εαυτό της να μιλήσει. «Ξέρεις, το είδα αυτό το αγόρι, στην αυλή, πάνω στο Καλωσόρισμα. Είναι ένα από τα Ταλέντα μου, το να βλέπω τους τα’βίρεν. Σπάνιο Ταλέντο αυτόν τον καιρό, σπανιότερο ακόμα και από τα’βίρεν, και βέβαια σχεδόν άχρηστο. Είναι ένας ψηλός νεαρός, ένας αρκετά ωραίος άνδρας. Δεν φαίνεται πολύ διαφορετικός από έναν τυχαίο νεαρό, που θα ’βλεπες σε κάθε χωριό». Κοντοστάθηκε για να πάρει ανάσα. «Μουαραίν, έλαμπε σαν τον ήλιο. Ελάχιστες φορές φοβήθηκα στη ζωή μου, αλλά η όψη του με τρόμαζε ως βαθιά στα σπλάχνα. Ήθελα να κουλουριαστώ, να ουρλιάξω. Δυσκολευόμουν να βγάλω μιλιά. Ο Άγκελμαρ νόμισε πως ήμουν θυμωμένη μαζί του, επειδή είπα δυο λόγια μόνο. Αυτός ο νεαρός... είναι εκείνος που αναζητούσαμε τόσα χρόνια».
Η φωνή της είχε μια χροιά ερωτηματική. Η Μουαραίν της απάντησε. «Εκείνος είναι».
«Είσαι βέβαιη; Μπορεί...; Μπορεί... να διαβιβάσει τη Μία Δύναμη;»
Το στόμα της ζορίστηκε για να προφέρει αυτές τις λέξεις, και η Μουαραίν ένιωσε και η ίδια την ένταση, ένα στρέβλωμα μέσα της, μια παγωνιά, που άρπαζε την καρδιά της. Όμως συνέχισε να έχει την ίδια ήρεμη έκφραση. «Μπορεί». Ένας άνδρας, ο οποίος χειριζόταν τη Μία Δύναμη. Ήταν κάτι που καμιά Άες Σεντάι δεν μπορούσε να σκεφτεί δίχως να νιώσει φόβο. Ήταν κάτι που φοβόταν ολόκληρος ο κόσμος. Κι εγώ θα το εξαπολύσω στον κόσμο. «Ο Ραντ αλ’Θορ θα σταθεί μπροστά στον κόσμο ως ο Ξαναγεννημένος Δράκοντας».
Η Άμερλιν ανατρίχιασε σύγκορμη. «Ραντ αλ’Θορ. Δεν μοιάζει με όνομα που θα εμπνεύσει φόβο και θα πυρπολήσει τον κόσμο». Ανατρίχιασε ξανά και έτριψε τα μπράτσα της με απότομες κινήσεις, αλλά ξαφνικά το βλέμμα της έλαμψε, σαν να είχε πάρει μια απόφαση. «Αν είναι εκείνος, τότε ίσως πράγματι να έχουμε το χρόνο που χρειαζόμαστε. Αλλά είναι ασφαλής εδώ; Έχω δυο Κόκκινες αδελφές μαζί μου, και δεν μπορώ πια να μιλώ εκ μέρους των Πράσινων ή των Κίτρινων. Που να με κάψει το Φως, δεν μπορώ να μιλήσω εκ μέρους καμιάς, γι’ αυτό το ζήτημα. Ακόμα και η Βέριν και η Σεραφέλ θα ορμούσαν πάνω του, σαν να ’βλεπαν πορφυρή οχιά σε θάλαμο παιδιών».
«Είναι ασφαλής, προς το παρόν».
Η Άμερλιν περίμενε ν’ ακούσει κι άλλα. Η σιωπή απλώθηκε, ώσπου φάνηκε καθαρά πως η Μουαραίν δεν θα μιλούσε άλλο. Τελικά η Άμερλιν είπε, «Λες ότι το παλιό μας σχέδιο είναι άχρηστο. Τι προτείνεις τώρα;»
Τον άφησα σκοπίμως να νομίζει ότι δεν νοιάζομαι πια γι’ αυτόν, ότι, όσον αφορά εμένα, είναι ελεύθερος να πάει όπου του κάνει κέφι». Σήκωσε τα χέρια, καθώς η Άμερλιν άνοιγε το στόμα. «Ήταν αναγκαίο, Σιουάν. Ο Ραντ αλ’Θορ μεγάλωσε στους Δύο Ποταμούς, όπου το πεισματάρικο αίμα της Μανέθερεν κυλά στις φλέβες ολωνών, και το δικό του αίμα, σε σύγκριση με της Μανέθερεν, είναι σαν βράχος πλάι σε πηλό. Πρέπει να τον αντιμετωπίσουμε με λεπτότητα, αλλιώς θα πάρει οποιονδήποτε άλλο δρόμο εκτός απ’ αυτόν που θέλουμε».
«Τότε ας του φερθούμε σαν να ’ταν νεογέννητο μωρό. Θα τον τυλίξουμε σε φασκιές και θα παίξουμε με τα ποδαράκια του, αν νομίζεις ότι έτσι πρέπει. Αλλά για τους άμεσους σκοπούς μας;»
«Οι δύο φίλοι του, ο Μάτριμ Κώθον και ο Πέριν Αϋμπάρα, είναι έτοιμοι να δουν τον κόσμο και να ξαναχαθούν στην ανωνυμία των Δύο Ποταμών. Αν μπορούν να ξαναχαθούν· είναι κι αυτοί τα’βίρεν, αν και όχι δυνατοί σαν αυτόν. Θα τους καταφέρω να πάνε το Κέρας του Βαλίρ στο Ίλιαν». Κοντοστάθηκε, έσμιξε τα φρύδια. «Υπάρχει ένα... πρόβλημα με τον Ματ. Κουβαλάει μαζί του ένα εγχειρίδιο από τη Σαντάρ Λογκόθ».
«Από τη Σαντάρ Λογκόθ! Φως μου, τι ήθελες και τους άφησες να πλησιάσουν αυτό το μέρος. Κι η τελευταία πέτρα του είναι μολυσμένη. Ούτε ένα πετραδάκι δεν είναι ασφαλές να πάρεις έξω. Το Φως να μας βοηθήσει, αν ο Μόρντεθ άγγιξε το αγόρι...» Η Άμερλιν ακουγόταν σαν να πνιγόταν. «Αν είχε συμβεί αυτό, τότε όλος ο κόσμος θα ’ταν καταδικασμένος».