Τάχυνε το βήμα και προχώρησε πιο βαθιά στο οχυρό.
Η φάλαγγα θα ήταν εντυπωσιακό Θέαμα κάτω από το φεγγάρι, το οποίο ήταν στη χάση του, καθώς προχωρούσε στη νύχτα του Τάραμπον κάτω από τις κλαγγές των αρματωσιών, αν ήταν κανείς εκεί για να τη δει. Δύο χιλιάδες Τέκνα του Φωτός, έφιπποι, με λευκούς, κοντούς χιτώνες και μανδύες, με γυαλισμένες πανοπλίες, με συνοδεία το καραβάνι που σχημάτιζαν οι άμαξες των εφοδίων, μαζί με πεταλωτές και βοηθούς, που κρατούσαν τα ηνία των αλόγων εφεδρείας. Σ’ αυτές τις περιοχές με τα αραιά δάση υπήρχαν χωριά, αλλά τα Τέκνα είχαν αφήσει τους δρόμους και απέφευγαν να πλησιάζουν ακόμα και μικρούς αγρούς. Πήγαιναν να συναντήσουν... κάποιον... σ’ ένα ασήμαντο χωριουδάκι κοντά στα βόρεια σύνορα του Τάραμπον, στην άκρη της Πεδιάδας Άλμοθ.
Ο Τζέφραμ Μπόρνχαλντ, που προχωρούσε επικεφαλής των ανδρών του, αναρωτήθηκε τι νόημα είχαν όλα αυτά. Θυμόταν πολύ καλά τη συνομιλία του στο Άμαντορ με τον Πέντρον Νάιαλ, τον Μάγιστρο των Τέκνων του Φωτός, αλλά δεν είχε μάθει τίποτα ουσιαστικό εκεί.
«Είμαστε μόνοι, Τζέφραμ», είχε πει ο ασπρομάλλης. Με τα χρόνια η φωνή του είχε γίνει λεπτή και ασθματική. «Θυμάμαι που σε όρκισα... πότε ήταν... πρέπει να πέρασαν τριάντα έξι χρόνια».
Ο Μπόρνχαλντ όρθωσε το κορμί του. «Άρχοντα Μάγιστρέ μου, μπορώ να ρωτήσω γιατί ανακλήθηκα από το Κάεμλυν, τόσο εσπευσμένα; Μ’ ένα σπρώξιμο, η Μοργκέις Θα έπεφτε. Υπάρχουν Οίκοι στο Άντορ που βλέπουν τις δοσοληψίες με την Ταρ Βάλον όπως κι εμείς, και ήταν έτοιμοι να διεκδικήσουν το Θρόνο. Άφησα επικεφαλής τον Ήμον Βάλντα, αλλά αυτός, απ’ ό,τι φαινόταν, σκόπευε να παρακολουθήσει την Κόρη-Διάδοχο ως την Ταρ Βάλον. Λεν Θα ξαφνιαζόμουν αν μάθαινα ότι απήγαγε την κοπέλα, ή ακόμα κι ότι επιτέθηκε στην Ταρ Βάλον». Και ο Ντάιν, ο γιος του Μπόρνχαλντ, είχε φτάσει λίγο πριν ανακαλέσουν τον Μπόρνχαλντ. Ο Ντάιν είχε μεγάλο ζήλο. Υπερβολικά μεγάλο, μερικές φορές. Αρκετό για να συμφωνήσει απερίσκεπτα με κάθε τι που πρότεινε ο Βάλντα.
«Ο Βάλντα περπατά στο Φως, Τζέφραμ. Αλλά είσαι ο καλύτερος διοικητής μάχης μεταξύ των Τέκνων. Θα σχηματίσεις μια πλήρη λεγεώνα, με τους καλύτερους άνδρες που θα βρεις, και θα τους πάρεις στο Τάραμπον, αποφεύγοντας μάτια που βλέπουν κι έχουν γλώσσα να μιλήσουν. Αν βρεις τέτοια γλώσσα, πρέπει να σιωπήσει, αν σας δουν τα μάτια».
Ο Μπόρνχαλντ δίστασε. Πενήντα Τέκνα μαζί, ή ακόμα κι εκατό, μπορούσαν να μπουν σε κάδε χώρα χωρίς να προκαλέσουν ερωτήσεις, τουλάχιστον δίχως πολλές ερωτήσεις, αλλά μια ολόκληρη λεγεώνα... «Έχουμε πόλεμο, Άρχοντα Μάγιστρέ μου; Στους δρόμους ακούγονται διαδόσεις. Πιο πολύ εξωφρενικές διαδόσεις, για τις στρατιές του Άρτουρ του Γερακόφτερου που επέστρεψαν». Ο ηλικιωμένος δεν μίλησε. «Ο Βασιλιάς...»
«Δεν διατάζει αυτός τα Τέκνα, Άρχοντα Ταξιάρχη». Για πρώτη φορά η φωνή του Μάγιστρου ακούστηκε σκληρή. «Αλλά εγώ. Ας καθίσει ο Βασιλιάς στο παλάτι του να κάνει αυτό που κάνει καλύτερα. Δηλαδή τίποτα. Θα έχεις μια συνάντηση σ’ ένα χωριό που λέγεται Αλκρούνα, κι εκεί Θα λάβεις τις τελικές διαταγές σου. Περιμένω τη λεγεώνα σου να φτάσει εκεί σε τρεις μέρες. Τώρα πήγαινε, Τζέφραμ. Έχεις δουλειά».
Ο Μπόρνχαλντ συνοφρυώθηκε. «Συγχώρεσέ με, Άρχοντα Μάγιστρέ μου, αλλά ποιος θα με συναντήσει; Γιατί να ρισκάρω πόλεμο με το Τάραμπον;»
«Θα μάθεις όσα πρέπει όταν φτάσεις στην Αλκρούνα». Ο Μάγιστρος ξαφνικά έδειξε καθαρά τα χρόνια του, κι ακόμα περισσότερα. Άγγιξε αφηρημένα τη λευκή τουνίκα του, με το χρυσό ήλιο των Τέκνων να απλώνεται στο στέρνο. «Υπάρχουν δυνάμεις, που ενεργούν πέρα από αυτά που ξέρεις, Τζέφραμ. Πέρα απ’ οτιδήποτε θα μπορούσες να καταλάβεις. Διάλεξε τους άνδρες σου γρήγορα. Φύγε τώρα. Μη με ρωτάς άλλα. Και το Φως ας είναι μαζί σου».
Τώρα ο Μπόρνχαλντ ορθώθηκε στη σέλα, για να ξεμουδιάσει την πλάτη του. Γερνάω, σκέφτηκε. Ένα μερόνυχτο στη σέλα, με δυο διαλείμματα για να ποτίσουν τα άλογα, και ένιωθε και την παραμικρή γκρίζα τρίχα στο κεφάλι του. Πριν λίγα χρόνια ούτε που θα το πρόσεχε. Τουλάχιστον δεν σκότωσα αθώους. Απέναντι στους Σκοτεινόφιλους μπορούσε να είναι σκληρός, σαν κάθε άλλο που είχε ορκιστεί στο Φως —οι Σκοτεινόφιλοι έπρεπε να εξοντωθούν, πριν παρασύρουν όλο τον κόσμο κάτω από τη Σκιά— αλλά πρώτα ήθελε να είναι βέβαιος ότι ήταν Σκοτεινόφιλοι. Ήταν δύσκολο να αποφύγει τα βλέμματα των Ταραμπονέζων με τόσους άνδρες, ακόμα και μακριά από τις πόλεις, αλλά το είχε καταφέρει. Δεν είχε χρειαστεί να σιγήσει καμία γλώσσα.