Ο Μπόρνχαλντ έκλεισε τα μάτια, για να συνηθίσουν τα μάτια του πιο γρήγορα στο σκοτάδι. Μας έχουν σαν λίθους στον άβακα. «Μπάυαρ!» Άνοιξε τα μάτια, καθώς ο υπαρχηγός του εμφανιζόταν μπροστά του και στεκόταν άκαμπτος στη σέλα μπροστά στον Άρχοντα Ταξιάρχη. Ο άνδρας με το ισχνό πρόσωπο είχε, σχεδόν, τη φλόγα των Ιεροεξεταστών στα μάτια του, όμως ήταν καλός στρατιώτης. «Υπάρχει μια γέφυρα μπροστά. Βάλε τη λεγεώνα να περάσει το ποτάμι και να στρατοπεδεύσει. Θα έρθω το συντομότερο δυνατόν».
Έπιασε τα γκέμια και έφυγε, προς την κατεύθυνση που είχε πάρει ο Ιεροεξεταστής. Λίθοι σε άβακα. Μα ποιος μας μετακινεί; Και γιατί;
Οι σκιές του απογεύματος έδιναν τη θέση τους στο δειλινό, καθώς η Λίαντριν διέσχιζε τους θαλάμους των γυναικών. Πέρα από τις βελοθυρίδες το σκοτάδι πύκνωνε, και πολιορκούσε το φως που έριχναν οι λάμπες στο διάδρομο. Τώρα τελευταία το σούρουπο ήταν δύσκολη ώρα για τη Λίαντριν, το σούρουπο και η αυγή. Την αυγή η μέρα γεννιόταν, ακριβώς όπως το σούρουπο γεννούσε τη νύχτα, αλλά την αυγή πέθαινε η νύχτα και το σούρουπο η μέρα. Η δύναμη του Σκοτεινού ήταν ριζωμένη στο θάνατο· αποκτούσε δύναμη από το θάνατο, κι αυτές τις ώρες η Λίαντριν πίστευε πως ένιωθε το σκίρτημα της δύναμης του. Κάτι πάντως σάλευε με το μισοσκόταδο. Κάτι που της φαινόταν πως, αν γυρνούσε αρκετά γρήγορα, θα το έβλεπε, κάτι που ήταν σίγουρη πως θα το έβλεπε, αν κοίταζε καλά.
Υπηρέτριες με μαύρα και χρυσά ρούχα έκλιναν το γόνυ, καθώς περνούσε από κοντά τους, αλλά η Λίαντριν δεν αντιχαιρετούσε. Το βλέμμα της ήταν στραμμένο ευθεία μπροστά, και δεν τις έβλεπε.
Στην πόρτα που αναζητούσε, κοντοστάθηκε για να ρίξει μια γρήγορη ματιά στις δύο άκρες του διαδρόμου. Οι μόνες γυναίκες που φαινόταν ήταν υπηρέτριες· φυσικά, δεν υπήρχαν άνδρες. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε χωρίς να χτυπήσει.
Ο προθάλαμος των διαμερισμάτων της Αρχόντισσας Αμαλίζας ήταν κατάφωτος και μια δυνατή φωτιά στο τζάκι έδιωχνε την παγωνιά της Σιναρανής νύχτας. Η Αμαλίζα και οι κυρίες της τιμής της κάθονταν εδώ κι εκεί στο δωμάτιο, σε καρέκλες και στα στρώματα των χαλιών, κι άκουγαν μία απ’ αυτές να διαβάζει όρθια. Ήταν Ο Χορός του Γερακιού και του Κολιμπρί του Τέβεν Ήργουιν, που φιλοδοξούσε να κωδικοποιήσει την αρμόζουσα συμπεριφορά των ανδρών προς τις γυναίκες και των γυναικών προς τους άνδρες. Η Λίαντριν έσφιξε το στόμα· δεν το είχε διαβάσει, βεβαίως, αλλά της αρκούσαν όσα είχε ακούσει γι’ αυτό. Η Αμαλίζα και οι κυρίες της απαντούσαν σε κάθε απόφθεγμα του συγγραφέα με κύματα γέλιου, έπεφταν η μια στην άλλη και χτυπούσαν τα πόδια στα χαλιά σαν κοριτσάκια.
Η αναγνώστρια ήταν η πρώτη που αντιλήφθηκε την παρουσία της Λίαντριν. Σταμάτησε να διαβάζει, ανοίγοντας έκπληκτη τα μάπα. Οι άλλες γύρισαν να δουν τι κοίταζε, και η σιωπή διαδέχτηκε τα γέλια. Όλες σηκώθηκαν όρθιες νευρικά, εκτός από την Αμαλίζα, σιάζοντας βιαστικά τα μαλλιά και τα φουστάνια τους.
Η Αρχόντισσα Αμαλίζα σηκώθηκε με χάρη, χαμογελώντας. «Μας τιμάς με την παρουσία σου, Λίαντριν. Πολύ ευχάριστη έκπληξη. Περίμενα ότι θα έρθεις αύριο. Νόμιζα ότι θα ήθελες να ξεκουραστείς μετά το μακρύ ταξ—»
Η Λίαντριν τη διέκοψε απότομα, μιλώντας χωρίς να απευθύνεται σε κάποια συγκεκριμένα. «Θα μιλήσω στην Αρχόντισσα Αμαλίζα μόνη μου. Όλες σας φύγετε. Αμέσως».
Οι άλλες γυναίκες για μια στιγμή έμειναν βουβές και σοκαρισμένες, κι έπειτα αποχαιρέτησαν την Αμαλίζα. Μία-μία έκλιναν το γόνυ στη Λίαντριν, αλλά εκείνη δεν αποκρίθηκε. Συνέχισε να κοιτάζει μπροστά της το τίποτα, αλλά τις έβλεπε και τις άκουγε. Χαιρετούσαν με τυπική αβρότητα, λαχανιασμένες και ανήσυχες, λόγω της διάθεσης της Άες Σεντάι. Χαμήλωναν το βλέμμα όταν τις αγνοούσε. Την προσπερνούσαν και πλησίαζαν την πόρτα, και στριμώχνονταν στα έπιπλα μακριά της, για να μην αγγίξουν τα φουστάνια τους το δικό της.
Καθώς η πόρτα έκλεινε πίσω από την τελευταία, η Αμαλίζα είπε, «Λίαντριν, δεν καταλ—»
«Περπατάς στο Φως, κόρη μου;» Εδώ δεν θα επαναλαμβάνονταν οι ίδιες ανοησίες, όπως το να την αποκαλεί αδελφή. Η Αμαλίζα ήταν αρκετά χρόνια μεγαλύτερη, αλλά θα τηρούσαν τους αρχαίους τύπους. Αν και είχαν ξεχαστεί προ πολλού, ήταν καιρός να τους θυμηθούν.
Μόλις ξεστόμισε την ερώτηση, όμως, η Λίαντριν συνειδητοποίησε πως είχε κάνει λάθος. Ήταν μια ερώτηση με σκοπό να προκαλέσει αμφιβολίες και ταραχή, έτσι όπως θα ακουγόταν από μια Άες Σεντάι, αλλά η Αμαλίζα όρθωσε το σώμα και η έκφρασή της σκλήρυνε.
«Αυτό είναι προσβολή, Λίαντριν Σεντάι. Είμαι Σιναρανή, ενός ευγενούς Οίκου, από αίμα στρατιωτών. Οι πρόγονοι μου πολεμούσαν τη Σκιά προτού ακόμα υπάρξει το Σίναρ, τρεις χιλιάδες χρόνια χωρίς σταματημό, χωρίς να λιποψυχήσουμε ούτε μέρα».