Выбрать главу

Η Λίαντριν άλλαξε το στόχο της επίθεσης, αλλά δεν υποχώρησε. Διέσχισε το δωμάτιο με μεγάλες δρασκελιές, πήρε το δερματόδετο αντίτυπο του Ο Χορός του Γερακιού και του Κολιμπρί από την κορνίζα του τζακιού και το ζύγισε στο χέρι χωρίς να το κοιτάζει. «Στο Σίναρ, κόρη μου, περισσότερο από κάθε άλλη χώρα, πρέπει το Φως να αγαπούν και το Σκοτάδι να φοβούνται». Πέταξε το βιβλίο στη φωτιά με μια αδιάφορη κίνηση. Οι φλόγες πετάχτηκαν ψηλά, σαν να είχε ρίξει ένα κούτσουρο από παχύξυλο, και μούγκρισαν, καθώς έγλειφαν την καμινάδα ως ψηλά. Την ίδια στιγμή, όλες οι λάμπες του δωματίου άναψαν συρίζοντας, κόρωσαν, κατέκλυσαν το δωμάτιο με φως. «Εδώ περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού. Εδώ, τόσο κοντά στην καταραμένη Μάστιγα, όπου καραδοκεί η σαπίλα. Εδώ, ακόμα και κάποιος που νομίζει πως περπατά στο Φως ίσως να έχει μολυνθεί από τη Σκιά».

Χάντρες ιδρώτα γυάλιζαν στο μέτωπο της Αμαλίζας. Το χέρι της, που είχε υψωθεί σε χειρονομία διαμαρτυρίας για το κάψιμο του βιβλίου, έπεσε αργά στο πλευρό της. Τα χαρακτηριστικά της έμειναν ανέκφραστα, αλλά η Λίαντριν την είδε να καταπίνει και να ανασαλεύει τα πόδια της. «Δεν καταλαβαίνω, Λίαντριν Σεντάι. Φταίει το βιβλίο; Μια ανοησία είναι».

Η φωνή της είχε ένα ελαφρύ τρέμουλο. Ωραία. Τα θαμπόγυαλα στις λάμπες έτριξαν, καθώς οι φλόγες τινάζονταν πιο ψηλά και δυνάμωναν, φωτίζοντας το δωμάτιο με λάμψη σαν του μεσημεριού. Η Αμαλίζα στεκόταν μαρμαρωμένη, με το πρόσωπο σφιγμένο, καθώς προσπαθούσε να μην μισοκλείσει τα μάτια.

«Εσύ είσαι η ανόητη, κόρη μου. Δεν με νοιάζουν τα βιβλία. Εδώ, οι άνδρες μπαίνουν στη Μάστιγα και περπατούν στο μόλυσμά της. Στην ίδια τη Σκιά. Τι απορείς, που το μόλυσμα μπορεί να τους ποτίσει; Είτε με τη θέλησή τους, είτε εναντίον της, μπορεί να τους μολύνει. Γιατί νομίζεις ότι ήρθε εδώ αυτοπροσώπως η Έδρα της Άμερλιν;»

«Όχι». Πνιχτό, κοφτό.

«Του Κόκκινου είμαι, κόρη μου», συνέχισε αδυσώπητα η Λίαντριν. «Όλους τους διεφθαρμένους άνδρες κυνηγώ».

«Δεν καταλαβαίνω».

«Όχι μόνο τους βδελυρούς, εκείνους που δοκιμάζουν τη Μία Δύναμη. Όλους τους διεφθαρμένους άνδρες. Τους υψηλούς και τους ταπεινούς κυνηγώ».

«Δεν...» Η Αμαλίζα έγλειψε νευρικά τα χείλη της και φάνηκε σαν να προσπαθούσε να συγκεντρωθεί. «Δεν καταλαβαίνω, Λίαντριν. Σε παρακαλώ...»

«Τους υψηλούς ακόμα πριν από τους ταπεινούς».

«Όχι!» Σαν να είχε χαθεί κάποιο αόρατο στήριγμα, η Αμαλίζα έπεσε στα γόνατα και το κεφάλι της έγειρε. «Σε παρακαλώ, Λίαντριν Σεντάι, πες ότι δεν εννοείς τον Άγκελμαρ. Δεν μπορεί να είναι αυτός».

Εκείνη τη στιγμή της αμφιβολίας και της σύγχυσης, η Λίαντριν επιτέθηκε. Δεν σάλεψε, μα χτύπησε με τη Μία Δύναμη. Η Αμαλίζα έβγαλε μια κοφτή κραυγή και τινάχτηκε, σαν να την είχε τσιμπήσει βελόνα, και στα θυμωμένα χείλη της Λίαντριν χαράχτηκε ένα χαμόγελο.

Αυτό ήταν το δικό της, ξεχωριστό κόλπο, το οποίο είχε μάθει μικρή, η πρώτη φορά που είχε καταλάβει τις ικανότητές της. Της το είχε απαγορεύσει η Κυρά των Μαθητευομένων αμέσως μόλις το είχε ανακαλύψει, αλλά για τη Λίαντριν αυτό απλώς σήμαινε κάτι ακόμα που έπρεπε να κρύβει από όσους τη ζήλευαν.

Προχώρησε και σήκωσε το πρόσωπο της Αμαλίζας, κρατώντας την από το σαγόνι. Η θέληση της ήταν ακόμα ατσαλένια, αλλά τώρα το μέταλλο ήταν ζεστό και εύπλαστο. Δάκρια κυλούσαν από τις άκρες των ματιών της Αμαλίζας και άστραφταν στα μάγουλά της. Η Λίαντριν άφησε τις φωτιές να χαμηλώσουν· δεν ήταν αναγκαίες πια. Μαλάκωσε τα λόγια της, αλλά η φωνή της ήταν σκληρή σαν βράχος.

«Κόρη μου, κανένας δεν θέλει να πέσετε εσύ και ο Άγκελμαρ στα χέρια του λαού ως Σκοτεινόφιλοι. Θα σε βοηθήσω, αλλά πρέπει να με βοηθήσεις».

«Ν-να σε βοηθήσω;» Η Αμαλίζα άγγιζε τους κροτάφους της· φαινόταν μπερδεμένη. «Σε παρακαλώ, Λίαντριν Σεντάι, δεν... καταλαβαίνω. Είναι όλα τόσο... Όλα είναι...»

Η ικανότητα δεν ήταν τέλεια· η Λίαντριν δεν μπορούσε να αναγκάσει κανέναν να κάνει αυτό που ήθελε η ίδια — αν και είχε προσπαθήσει· ω, πόσο προσπαθήσει. Αλλά μπορούσε να τους κάνει δεκτικούς στα επιχειρήματά της, να τους κάνει να θέλουν να την πιστέψουν, να θέλουν πάνω απ’ όλα να πειστούν ότι είχε δίκιο.

«Υπάκουσε, κόρη μου. Υπάκουσε, και απάντησε στις ερωτήσεις μου ειλικρινά, και σου υπόσχομαι ότι κανένας δεν θα πει ότι εσύ και ο Άγκελμαρ είστε Σκοτεινόφιλοι. Δεν θα σας σύρουν γυμνούς στο δρόμο, για να σας διώξουν μαστιγώνοντάς σας από την πόλη, αν βέβαια δεν προλάβει το πλήθος να σας κομματιάσει. Λεν θα επιτρέψω να συμβεί. Καταλαβαίνεις;»

«Ναι, Λίαντριν Σεντάι, ναι. Θα κάνω ό,τι λες και θα απαντήσω ειλικρινά».

Η Λίαντριν ανασηκώθηκε και κοίταξε την άλλη γυναίκα χαμηλά μπροστά της. Η Αρχόντισσα Αμαλίζα έμεινε εκεί που ήταν, γονατιστή, με ευθύτητα παιδιού στην έκφραση παιδιού που περιμένει να το παρηγορηθεί και να το βοηθήσει κάποιος σοφότερος και δυνατότερος. Της Λίαντριν της φαινόταν ότι αυτό ήταν το σωστό. Ποτέ δεν είχε καταλάβει γιατί μια απλή υπόκλιση ή γονυκλισία αρκούσε για τις Άες Σεντάι, τη στιγμή που όλοι γονάτιζαν μπροστά σε βασιλιάδες και βασίλισσες. Ποια βασίλισσα έχει μέσα της τη δύναμή μου; Το στόμα της στράβωσε από θυμό και η Αμαλίζα τρεμούλιασε.