Выбрать главу

«Μην ταράζεσαι, κόρη μου. Ήρθα να σε βοηθήσω, όχι να τιμωρήσω. Μόνο αυτοί που το αξίζουν θα τιμωρηθούν. Την αλήθεια μόνο, πες την μου».

«Την αλήθεια θα πω, Λίαντριν Σεντάι. Θα την πω, το ορκίζομαι στον Οίκο μου και στην τιμή μου».

«Η Μουαραίν ήρθε στο Φαλ Ντάρα μαζί με έναν Σκοτεινόφιλο».

Η Αμαλίζα ήταν τόσο φοβισμένη που δεν έδειχνε έκπληξη. «Α, όχι, Λίαντριν Σεντάι. Όχι. Εκείνος ήρθε αργότερα. Τώρα είναι στα μπουντρούμια».

«Αργότερα λες. Μα είναι αλήθεια ότι μιλά συχνά μαζί του; Κάνει συχνά παρέα μ’ αυτόν τον Σκοτεινόφιλο; Μόνη της;»

«Μερικές φορές, Λίαντριν Σεντάι. Μόνο μερικές φορές. Θέλει να βρει γιατί ήρθε αυτός ο άνδρας εδώ. Η Μουαραίν Σεντάι είναι—» Η Λίαντριν σήκωσε το χέρι με μια κοφτή κίνηση και η Αμαλίζα κατάπιε τα λόγια που θα έλεγε μετά.

«Από τρεις νεαρούς συνοδευόταν η Μουαραίν. Αυτό το ξέρω. Πού είναι; Πήγα στα δωμάτιά τους, και δεν βρίσκονται».

«Δεν — δεν ξέρω, Λίαντριν Σεντάι. Φαίνονται καλά παιδιά. Λεν πιστεύω να τους νομίζεις Σκοτεινόφιλους»;

«Όχι Σκοτεινόφιλους, όχι. Χειρότερο. Πολύ πιο επικίνδυνο από Σκοτεινόφιλους, κόρη μου. Ολόκληρος ο κόσμος κινδυνεύει απ’ αυτούς. Πρέπει να βρεθούν. Θα διατάξεις τους υπηρέτες σου να ψάξουν το οχυρό· θα ψάξουν και οι κυρίες της τιμής σου, κι εσύ. Κάθε άκρη και γωνιά. Αυτό θα το φροντίσεις προσωπικά. Προσωπικά! Και σε κανέναν δεν θα μιλήσεις, παρά μόνο σ’ αυτούς που θα σου φανερώσω. Κανένας άλλος δεν πρέπει να το μάθει. Κανένας. Από το Φαλ Ντάρα με μυστικότητα πρέπει οι τρεις να φύγουν, και στην Ταρ Βάλον να μεταφερθούν. Με άκρα μυστικότητα».

«Όπως προστάζεις, Λίαντριν Σεντάι. Μα δεν καταλαβαίνω την ανάγκη για μυστικότητα. Κανένας εδώ δεν θα μπει εμπόδιο στις Άες Σεντάι».

«Για το Μαύρο Άτζα έχεις ακουστά;»

Η Αμαλίζα γούρλωσε τα μάτια και έγειρε πίσω, όσο πιο μακριά γινόταν από τη Λίαντριν, υψώνοντας τα χέρια, σαν να ήθελε να φυλαχτεί από χτύπημα. «Μια κ-κατάπτυστη φήμη, Λίαντριν Σεντάι. Κ-κατάπτυστη. Δ-δεν υπάρχουν Άες Σεντάι που να υπ-πηρετούν τον Σκοτεινό. Δεν το πιστεύω. Πρέπει να με πιστέψεις! Κάτω από το Φως, ο-ορκίζομαι ότι δεν το πιστεύω. Στην τιμή μου και στον Οίκο μου, ορκίζομαι...»

Η Λίαντριν, ψυχρά, την άφησε να συνεχίσει, παρακολουθώντας τη δύναμη που απέμενε στην άλλη γυναίκα να στερεύει μπροστά στη σιωπή της. Ήταν γνωστό ότι οι Άες Σεντάι θύμωναν, θύμωναν πολύ με κείνους που ανέφεραν έστω το Μαύρο Άτζα, και πολύ περισσότερο με κείνους που έλεγαν ότι πίστευαν στην μυστική ύπαρξή του. Μετά απ’ αυτό, με τη βούληση της εξασθενημένη χάρη σε κείνο το παιδικό κόλπο, η Αμαλίζα θα ήταν πηλός στα χέρια της. Μετά από ένα ακόμα χτύπημα.

«Το Μαύρο Άτζα είναι αληθινό, παιδί μου. Αληθινό, και υπάρχει εδώ, εντός των τειχών του Φαλ Ντάρα». Η Αμαλίζα έμεινε γονατιστή εκεί, με το στόμα να χάσκει. Το Μαύρο Άτζα. Άες Σεντάι που ήταν επίσης Σκοτεινόφιλοι. Σχεδόν εξίσου φρικιό με το να μάθαινε ότι ο ίδιος ο Σκοτεινός περπατούσε στο οχυρό του Φαλ Ντάρα. Αλλά η Λίαντριν δεν σταμάτησε εκεί. «Κάθε Άες Σεντάι που περνά στους διαδρόμους, Μαύρη αδελφή θα μπορούσε να είναι. Αυτό το ορκίζομαι. Δεν μπορώ να σου πω ποιες είναι, μα την προστασία μου μπορείς να έχεις. Αν περπατάς στο Φως και με υπακούς».

«Ναι», ψιθύρισε βραχνά η Αμαλίζα. «Ναι. Σε παρακαλώ, Άες Σεντάι, σε παρακαλώ πες ότι θα προστατέψεις τον αδελφό μου και τις κυρίες της τιμής μου...»

«Αυτούς που τους αξίζει προστασία, θα προστατέψω. Ν’ ανησυχείς για σένα, κόρη μου. Καν να σκέφτεσαι μόνο αυτό που σε διέταξα. Μόνο αυτό. Η μοίρα του κόσμου κρέμεται απ’ αυτό, κόρη μου. Όλα τα άλλα πρέπει να τα ξεχάσεις».

«Ναι, Λίαντριν Σεντάι. Ναι. Ναι».

Η Λίαντριν γύρισε και διέσχισε το δωμάτιο, και μόνο όταν έφτασε. στην πόρτα κοίταξε πίσω. Η Αμαλίζα ήταν ακόμα γονατισμένη, την κοίταζε ακόμα με αγωνία. «Σήκω, Αρχόντισσά μου Αμαλίζα». Μίλησε με ευχάριστο ύφος, με μόνο ένα ίχνος της κοροϊδευτικής διάθεσής της. Αδελφή, αν είναι δυνατόν! Ούτε μια μέρα ως μαθητευόμενη δεν θα άντεχε. Και την εξουσία να διατάζει αυτή την έχει. «Σήκω». Η Αμαλίζα ορθώθηκε με αργές, σπασμωδικές κινήσεις, σαν να ήταν δεμένη πολλές ώρες χειροπόδαρα. Όταν τελικά σηκώθηκε, η Λίαντριν, με τη φωνή της όσο πιο σκληρή γινόταν, είπε, «Και αν απογοητεύσεις τον κόσμο, αν με απογοητεύσεις, τότε θα ζηλέψεις τον αξιολύπητο Σκοτεινόφιλο στο μπουντρούμι».