Выбрать главу

Κρίνοντας από την όψη της Αμαλίζας, η Λίαντριν σκέφτηκε πως η αποτυχία δεν θα οφειλόταν σε έλλειψη προσπάθειας από μέρους της.

Η Λίαντριν έκλεισε την πόρτα πίσω της και ξαφνικά ένιωσε ένα γαργαλητό στο δέρμα της. Της κόπηκε η ανάσα και στριφογύρισε σαν σβούρα, κοιτάζοντας πέρα-δώθε το μισοσκότεινο διάδρομο. Άδειος. Έξω από τις βελοθυρίδες, είχε πέσει η νύχτα. Ο διάδρομος ήταν άδειος, όμως η Λίαντριν ήταν σίγουρη πως κάποια μάτια την είχαν κοιτάξει. Ο άδειος διάδρομος, γεμάτος σκιές ανάμεσα στις λάμπες των τοίχων, τη χλεύαζε. Παιχνίδια της φαντασίας μου. Τίποτα άλλο.

Είχε πέσει η νύχτα, και υπήρχαν πολλά που έπρεπε να κάνει πριν την αυγή. Οι διαταγές της ήταν σαφείς.

Βαθύ σκοτάδι επικρατούσε στα μπουντρούμια ό,τι ώρα κι αν ήταν, εκτός αν έφερνε κανείς φανάρι, αλλά ο Πάνταν Φάιν καθόταν στην άκρη του κρεβατιού του, ατενίζοντας το σκοτάδι μ’ ένα χαμόγελο στο πρόσωπο. Άκουγε τους άλλους δύο φυλακισμένους να μιλούν στον ύπνο τους, μουρμουρίζοντας με τους εφιάλτες τους. Ο Πάνταν Φάιν περίμενε κάτι, κάτι που το περίμενε εδώ και πολύ καιρό. Πάρα πολύ. Αλλά όχι για πολύ ακόμα.

Η πόρτα της εξωτερικής αίθουσας των φρουρών άνοιξε, χύνοντας ένα ποτάμι από φως, και μια σκοτεινή σιλουέτα πρόβαλε στο άνοιγμα.

Ο Φάιν σηκώθηκε. «Εσύ! Δεν περίμενα εσένα». Τεντώθηκε με προσποιητή άνεση. Το αίμα κυλούσε ορμητικά στις φλέβες του· του φαινόταν πως, αν δοκίμαζε, Θα μπορούσε να πηδήξει πάνω από το οχυρό. «Εκπλήξεις για όλους, ε; Άντε, λοιπόν. Η νύχτα περνά και Θέλω να κοιμηθώ κάποια στιγμή»,

Καθώς ένα φανάρι πλησίαζε το θάλαμο των κελιών, ο Φάιν σήκωσε το κεφάλι, χαμογελώντας προς κάτι αθέατο αλλά αισθητό, πέρα από το πέτρινο ταβάνι του μπουντρουμιού. «Δεν τελείωσε ακόμα», ψιθύρισε. «Η μάχη ποτέ δεν τελειώνει».

6

Σκοτεινή Προφητεία

Η πόρτα του αγροτόσπιτου τραντάχτηκε με τα μανιασμένα χτυπήματα από έξω· ο βαρύς σύρτης αναπήδησε στα στηρίγματά του. Πιο πέρα από το παράθυρο, πλάι στην πόρτα, σάλευε η σιλουέτα ενός Τρόλοκ με χοντρή μουσούδα. Πανιού υπήρχαν παράθυρα, και σκιώδεις μορφές απ’ έξω. Αλλά δεν ήταν αρκετά σκιώδεις. Ο Ραντ διέκρινε τι ήταν.

Τα παράθυρα, σκέφτηκε με απόγνωση. Απομακρύνθηκε από την πόρτα, σφίγγοντας μπροστά του το σπαθί και με τα δύο χέρια. Ακόμα κι αν η πόρτα αντέξει, μπορούν να σπάσουν τα παράθυρα. Γιατί δεν μπαίνουν από κει;

Με μια εκκωφαντική μεταλλική τσιρίδα, ένα από τα στηρίγματα ξεκόλλησε εν μέρει από το πλαίσιο της πόρτας και κρεμάστηκε από τα καρφιά, τα οποία είχαν βγει ένα δάχτυλο πιο έξω από το ξύλο. Ο σύρτης σείστηκε από ένα ακόμα χτύπημα, και τα καρφιά στρίγκλισαν πάλι.

«Πρέπει να τους σταματήσουμε!» φώναξε ο Ραντ. Μόνο που δεν μπορούμε. Δεν μπορούμε να τους σταματήσουμε. Κοίταξε γύρω του να βρει διέξοδο, αλλά μόνο η πόρτα υπήρχε. Το δωμάτιο ήταν ένα κουτί. Μόνο μια πόρτα και πλήθος παράθυρα. «Κάτι πρέπει να κάνουμε. Κάτι!»

«Είναι πολύ αργά», είπε ο Ματ. «Δεν καταλαβαίνεις;» Το πλατύ του χαμόγελο φάνταζε αλλόκοτο πάνω σ’ ένα πρόσωπο άσπρο σαν χαρτί, και από το στήθος του ξεπρόβαλλε η λαβή ενός εγχειριδίου, μ’ ένα ρουμπίνι στην άκρη το οποίο έλαμπε σαν να έκλεινε μέσα του φωτιά. Το πετράδι έμοιαζε περισσότερο ζωντανό απ’ όσο το πρόσωπό του. «Είναι πολύ αργά, δεν μπορούμε να αλλάζουμε τίποτε».

«Τελικά τα ξεφορτώθηκα», είπε ο Πέριν, γελώντας. Αίμα έτρεχε στο πρόσωπό του, σαν καταρράκτης δακρύων από τις άδειες κόγχες των ματιών του. Άπλωσε τα κόκκινα χέρια του, προσπαθώντας να δείξει στον Ραντ τι κρατούσε. «Είμαι ελεύθερος τώρα. Τελείωσε».

«Ποτέ δεν τελειώνει, αλ’Θορ», φώναξε ο Πάνταν Φάιν, χοροπηδώντας στη μέση του δωματίου. «Η μάχη ποτέ δεν σταματά».

Η πόρτα διαλύθηκε με μια βροχή από σχίζες και πελεκούδια, και ο Ραντ έσκυψε για να ξεφύγει από τα σπασμένα ξύλα που πετούσαν. Δύο κοκκινοφορεμένες Άες Σεντάι πέρασαν μέσα, κάνοντας υπόκλιση για να μπει ο αφέντης τους. Μια μάσκα στο χρώμα του ξεραμένου αίματος κάλυπτε το πρόσωπο του Μπα’άλζαμον, αλλά ο Ραντ μπορούσε να δει τις φλόγες των ματιών του από τα ανοίγματα της μάσκας, και άκουγε τις βρυχώμενες φωτιές του στόματός του.

«Δεν τελειώσαμε εμείς οι δύο, αλ’Θορ,» είπε ο Μπα’άλζαμον, και μαζί με τον Φάιν μίλησαν σαν ένας, λέγοντας, «Για σένα η μάχη δεν σταματά ποτέ».

Με μια κοφτή, πνιγμένη κραυγή, ο Ραντ ανακάθισε στο πάτωμα, ξυπνώντας καθώς ανέμιζε τα χέρια. Του φαινόταν πως ακόμα άκουγε τη φωνή του Φάιν, κοφτερή, σαν να στεκόταν ο πραματευτής δίπλα του. Ποτέ δεν τελειώνει. Η μάχη ποτέ δεν σταματά.