Κοίταξε γύρω με θολωμένα μάτια, για να πειστεί ότι ήταν ακόμα κρυμμένος εκεί που τον είχε αφήσει η Εγκουέν, ξαπλωμένος σε ένα πρόχειρο ξυλοκρέβατο σε μια γωνιά του δωματίου της. Το αμυδρό φως μιας λάμπας διαχεόταν στο δωμάτιο, και ο Ραντ είδε με έκπληξη τη Νυνάβε να πλέκει σε μια κουνιστή πολυθρόνα στην άλλη άκρη του κανονικού κρεβατιού, του οποίου τα σκεπάσματα ήταν απείραχτα. Έξω ήταν νύχτα.
Η Νυνάβε, μελαχρινή και λεπτή, είχε τα μαλλιά της χτενισμένα σε μια χοντρή πλεξούδα, που κρεμόταν από τον ώμο της και κατηφόριζε σχεδόν ως τη μέση της. Δεν είχε ξεχάσει την πατρίδα της. Το πρόσωπό της ήταν γαλήνιο και δεν έδειχνε να αντιλαμβάνεται τίποτα εκτός από το πλέξιμό της, καθώς κουνιόταν απαλά μπρος-πίσω. Το σταθερό κλικ-κλικ από τις βελόνες της ήταν το μόνο που ακουγόταν. Το χαλάκι έπνιγε τους ήχους της κουνιστής πολυθρόνας.
Μερικά από τα τελευταία βράδια ο Ραντ ευχόταν να είχε ένα χαλί στο παγωμένο πέτρινο πάτωμα του δωματίου του, αλλά στο Σίναρ τα δωμάτια των ανδρών ήταν πάντα λιτά και απέριττα. Εδώ οι τοίχοι είχαν δύο ταπισερί, με σκηνές από βουνά με καταρράχτες, και κουρτίνες με κεντημένα λουλούδια πλάι στις βελοθυρίδες. Κομμένα λουλούδια, λευκοί αυγερινοί, ήταν βαλμένα σε ένα κοντό, στρογγυλό βάζο στο τραπέζι πλάι στο κρεβάτι, ενώ άλλα έγερναν το κεφάλι σε άσπρα γυάλινα ανθοδοχεία στους τοίχους. Ένας ολόσωμος καθρέφτης βρισκόταν σε μια γωνία και ένας άλλος κρεμόταν πάνω από το νιπτήρα με τη γαλάζια ριγέ κανάτα και μια μικρή λεκάνη. Αναρωτήθηκε τι τους ήθελε η Εγκουέν δύο καθρέφτες· στο δικό του δωμάτιο δεν υπήρχε κανένας, και δεν ένιωθε την έλλειψη. Μόνο μια λάμπα ήταν αναμμένη, μα υπήρχαν άλλες τέσσερις στο δωμάτιο, το οποίο ήταν μεγάλο, σχεδόν όσο εκείνο που μοιραζόταν με τον Ματ και τον Πέριν. Η Εγκουέν το είχε όλο στη διάθεσή της.
Χωρίς να σηκώσει το κεφάλι, η Νυνάβε του είπε, «Όταν κοιμάσαι το απόγευμα, μην περιμένεις να σε πιάσει ύπνος το βράδυ».
Την κοίταζε σμίγοντας τα φρύδια, αν και δεν μπορούσε να τον δει. Τουλάχιστον έτσι του φαινόταν. Ήταν λίγα μόνο χρόνια μεγαλύτερή του, αλλά η ιδιότητα της Σοφίας πρόσθετε εξουσία μεγαλύτερης ηλικίας. «Χρειαζόμουν μέρος να κρυφτώ και ήμουν κουρασμένος», είπε, και πρόσθεσε γρήγορα, «Δεν ήρθα τυχαία εδώ. Η Εγκουέν με προσκάλεσε στο γυναικωνίτη».
Η Νυνάβε κατέβασε το πλεκτό της και τον κοίταξε με μια νότα ευθυμίας. Ήταν όμορφη γυναίκα. Αυτό ήταν κάτι που ο Ραντ δεν θα κι πρόσεχε, αν βρίσκονταν ακόμα στην πατρίδα· τη Σοφία του χωριού απλώς δεν την κοίταζες με τέτοιο βλέμμα. «Το Φως να με βοηθήσει, Ραντ, κοντεύεις να γίνεις Σιναρανός. Πρόσκληση για το γυναικωνίτη, αν είναι δυνατόν». Ξεφύσηξε. «Όπου να ’ναι θα αρχίσεις να λες για την τιμή σου και θα ζητάς από την ειρήνη να χαμογελά στο σπαθί σου». Αυτός κοκκίνισε, και ευχήθηκε να μην το είχε προσέξει η Νυνάβε στο μισοσκόταδο. Εκείνη κοίταξε το σπαθί του, που η λαβή του ξεπρόβαλλε από το μακρύ μπόγο εκεί πλάι του στο πάτωμα. Ήξερε ότι η Νυνάβε δεν ενέκρινε το σπαθί, ή οποιοδήποτε άλλο σπαθί, μα αυτή τη φορά, έτσι για αλλαγή, δεν του είπε τίποτα. «Η Εγκουέν μου είπε γιατί χρειάζεσαι κρυψώνα. Μην ανησυχείς. Θα σε κρύψουμε από την Άμερλιν, από κάθε Άες Σεντάι, αν είναι αυτό που Θέλεις».
Τον κοίταξε κατάματα και τράβηξε αμέσως το βλέμμα της, μα ο Ραντ πρόλαβε να δει την ταραχή της. Τις αμφιβολίες της. Σωστά, μπορώ να διαβιβάσω τη Δύναμη. Ένας άνδρας που χειρίζεται τη Μία Δύναμη! Θα ’πρεπε να βοηθήσεις τις Άες Σεντάι να με κυνηγήσουν και να με ειρηνέψουν.
Κατσουφιάζοντας, έσιαξε το δερμάτινο γιλέκο που του είχε βρει η Εγκουέν και έστριψε για να γείρει πίσω στον τοίχο. «Μόλις μπορέσω, θα κρυφτώ σε κάποιο κάρο, ή θα βγω κρυφά. Δεν θα χρειαστεί να με κρύβετε πολύ ακόμα». Η Νυνάβε δεν είπε τίποτα· αφοσιώθηκε στο πλέξιμο της και έκανε έναν ήχο θυμού, όταν της έφυγε πόντος. «Πού είναι η Εγκουέν;»
Η Νυνάβε άφησε το πλεκτό να πέσει στα γόνατά της. «Δεν ξέρω τι κάθομαι και σκάω απόψε. Κάτι φταίει και όλο μου φεύγουν πόντοι. Πήγε κάτω να δει τον Πάνταν Φάιν. Κατά τη γνώμη της, του κάνει καλό να βλέπει γνώριμα πρόσωπα».
«Το δικό μου δεν βοήθησε. Δεν πρέπει να τον πλησιάζει. Είναι επικίνδυνος».
«Θέλει να τον βοηθήσει», είπε γαλήνια η Νυνάβε. «Μην ξεχνάς ότι μάθαινε να αναλάβει βοηθός μου, κατ όταν είσαι Σοφία δεν είναι μοναδική σου δουλειά η πρόβλεψη του καιρού. Πρέπει να θεραπεύεις κιόλας. Η Εγκουέν έχει την επιθυμία να θεραπεύει, την ανάγκη. Και, αν ο Πάνταν Φάιν ήταν τόσο επικίνδυνος, κάτι θα είχε πει η Μουαραίν».
Ο Ραντ γέλασε ξερά. «Δεν τη ρωτήσατε. Η Εγκουέν το παραδέχτηκε, κι εσένα δεν σε βλέπω να ζητάς άδεια για τίποτα». Το υψωμένο φρύδι της του έκοψε το γέλιο. Όμως δεν θα της ζητούσε συγνώμη. Βρίσκονταν πολύ μακριά από το χωριό και ο Ραντ δεν μπορούσε να καταλάβει πώς θα μπορούσε η Νυνάβε να είναι πάλι Σοφία του Πεδίου του Έμοντ, αφού θα πήγαινε στην Ταρ Βάλον. «Άρχισαν να ψάχνουν για μένα, ή ακόμα; Η Εγκουέν δεν ξέρει αν θα με ψάξουν, όμως ο Λαν λέει ότι η Έδρα της Άμερλιν είναι εδώ εξαιτίας μου, και μου φαίνεται ότι η δική του γνώμη είναι πιο σωστή».