Выбрать главу

Στην αρχή η Νυνάβε δεν απάντησε. Αντίθετα, καταπιάστηκε με τις κούκλες του μαλλιού. Τελικά είπε, «Δεν είμαι σίγουρη. Μια υπηρέτρια ήρθε πριν από λίγο. Για να στρώσει το κρεβάτι, είπε. Λες και η Εγκουέν θα έπεφτε για ύπνο από τώρα, ενώ απόψε έχει το γλέντι για την Άμερλιν. Την έδιωξα· δεν σε είδε».

«Στα διαμερίσματα των ανδρών κανένας δεν σου στρώνει το κρεβάτι». Εκείνη τον κάρφωσε με το βλέμμα, ένα βλέμμα που πριν ίνα χρόνο θα τον είχε κάνει να ψελλίζει. Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι. «Δεν θα χρησιμοποιούσαν τις καμαριέρες για να με βρουν, Νυνάβε».

«Νωρίτερα, όταν πήγα στην κουζίνα για να πάρω ένα φλιτζάνι γάλα, στους διαδρόμους υπήρχαν πάρα πολλές γυναίκες. Εκείνες που θα είναι στη γιορτή κανονικά έπρεπε να ντύνονται, και οι άλλες έπρεπε να τις βοηθούν, ή να κάνουν τις δουλειές τους, ή...» Έσμιξε τα φρύδια με ανησυχία. «Με την Άμερλιν εδώ, είναι πολλές οι δουλειές και λίγα τα χέρια. Και δεν ήταν μονάχα εδώ, στα διαμερίσματα των γυναικών. Είδα την ίδια την Αρχόντισσα Αμαλίζα να βγαίνει από μια αποθήκη κοντά στην κουζίνα με το πρόσωπο κατασκονισμένο».

«Αυτό είναι γελοίο. Γιατί να ψάχνει κι αυτή; Γιατί να ψάχνουν οι γυναίκες, αυτό είναι το θέμα. Θα έβαζαν τους στρατιώτες του Άρχοντα Άγκελμαρ, και τους Προμάχους. Και τις Άες Σεντάι. Πρέπει να έκαναν κάτι για τη γιορτή. Που να καώ αν ξέρω τι χρειάζεται ένα Σιναρανό γλέντι».

«Μερικές φορές είσαι χοντροκέφαλος, Ραντ. Ούτε οι άνδρες που είδα ήξεραν τι κάνουν οι γυναίκες. Άκουσα μερικούς να παραπονιούνται ότι έκαναν όλη τη δουλειά μόνοι τους. Ξέρω ότι δεν είναι λογικό να έψαχναν για σένα. Καμία Άες Σεντάι δεν έδειχνε το παραμικρό ενδιαφέρον. Αλλά η Αμαλίζα δεν λέρωσε το φόρεμά της στην αποθήκη επειδή ετοιμαζόταν για τη γιορτή. Έψαχναν για κάτι, κάτι σημαντικό. Ακόμα κι αν άρχιζε αμέσως μετά που την είδα, μόλις που θα προλάβαινε να μπανιαριστεί και να αλλάξει. Και, μιας που το αναφέραμε, αν η Εγκουέν δεν έρθει σύντομα, θα πρέπει να διαλέξει αν θα αργήσει ή αν θα μείνει με τα ίδια ρούχα».

Μόνο τότε ο Ραντ συνειδητοποίησε ότι η Νυνάβε δεν φορούσε τα μάλλινα ρούχα των Δύο Ποταμών, με τα οποία την είχε συνηθίσει. Το φόρεμα της ήταν από ανοιχτογάλαζο μετάξι, κεντημένο με χιονάνθη γύρω στο λαιμό και σ’ όλο το μήκος των μανικιών. Κάθε μπουμπούκι είχε στο κέντρο ένα μαργαριτάρι, και η ζώνη της ήταν δουλεμένη με ασήμι, με μια ασημένια αγκράφα στολισμένη με μαργαριτάρια. Ποτέ δεν την είχε δει να φορά κάτι παρόμοιο. Ακόμα και τα γιορτινά ρούχα στο χωριό ίσως να μην συγκρίνονταν μ’ αυτό.

«Θα πας στη γιορτή;»

«Φυσικά. Ακόμα κι αν η Μουαραίν δεν είχε πει ότι μπορώ να πάω, δεν θα την άφηνα να νομίζει ότι ήμουν...» Τα μάτια της πήραν φωτιά για μια στιγμή, και ο Ραντ κατάλαβε τι εννοούσε. Η Νυνάβε δεν θα άφηνε κανέναν να σκεφτεί ότι φοβόταν, ακόμα κι αν πράγματι φοβόταν. Ειδικά τη Μουαραίν, και ειδικότερα τον Λαν. Ο Ραντ ευχήθηκε να μην ήξερε η Νυνάβε ότι αυτός αντιλαμβανόταν τα αισθήματα που έτρεφε αυτή για τον Πρόμαχο.

Μετά από μια στιγμή, το βλέμμα της μαλάκωσε, καθώς έπεφτε στο μανίκι του φορέματός της. «Μου το έδωσε η Αρχόντισσα Αμαλίζα», είπε, με τόσο απαλή φωνή που ο Ραντ αναρωτήθηκε μήπως μονολογούσε. Χάιδεψε το μετάξι με τα δάχτυλά της, διατρέχοντας το περίγραμμα των κεντημένων μπουμπουκιών, χαμογελώντας, χαμένη στις σκέψεις της.

«Είναι πολύ ωραίο πάνω σου, Νυνάβε. Είσαι όμορφη απόψε». Μόρφασε αμέσως μόλις το είπε. Κάθε Σοφία ήταν εύθικτη σε ό,τι είχε να κάνει με την εξουσία της, αλλά η Νυνάβε ήταν πιο εύθικτη από το συνηθισμένο. Ο Κύκλος των Γυναικών στο χωριό πάντα στεκόταν πάνω από το κεφάλι της, επειδή ήταν νέα, ίσως κι επειδή ήταν όμορφη, και οι καυγάδες της με τον Δήμαρχο και το Συμβούλιο του Χωριού είχαν γίνει θρυλικοί.

Η Νυνάβε τράβηξε απότομα το χέρι της από τις κεντητές εικόνες και τον αγριοκοίταξε, χαμηλώνοντας τα φρύδια. Ο Ραντ μίλησε γρήγορα για να αλλάξει κουβένια.

«Δεν μπορούν να κρατήσουν αμπαρωμένες τις πύλες συνέχεια. Όταν ανοίξουν, θα φύγω, και οι Άες Σεντάι δεν θα με βρουν ποτέ. Ο Πέριν λέει ότι υπάρχουν μέρη στους Μαύρους Λόφους και στα Λιβάδια του Καραλαίν, στα οποία μπορείς να τριγυρνάς μέρες και να μην δεις ψυχή. Ίσως — ίσως ξεδιαλύνω τι να κάνω για το...» Σήκωσε αμήχανα τους ώμους. Δεν χρειαζόταν να της το πει. «Και αν δεν μπορέσω, δεν θα υπάρχει κανείς για να του κάνω κακό».

Η Νυνάβε έμεινε σιωπηλή για λίγο, και μετά είπε αργά, «Δεν είμαι τόσο σίγουρη, Ραντ. Δεν μπορώ να πω ότι μου φαίνεσαι διαφορετικός από άλλα χωριατόπαιδα, αλλά η Μουαραίν επιμένει ότι είσαι τα’βίρεν, και δεν νομίζω να πιστεύει ότι ο Τροχός ξεμπέρδεψε μαζί σου. Ο Σκοτεινός φαίνεται—»