Выбрать главу

«Ο Σαϊ’τάν είναι νεκρός», είπε τραχιά, και ξαφνικά το δωμάτιο φάνηκε να κλυδωνίζεται. Έσφιξε το κεφάλι του, καθώς τον διέτρεχαν κύματα ζαλάδας.

«Βλάκα! Ηλίθιε, άμυαλε βλάκα! Ονοματίζεις τον Σκοτεινό, τραβάς την προσοχή του πάνω σου! Δεν σου φτάνουν όσα πέρασες;»

«Είναι νεκρός», μουρμούρισε ο Ραντ, τρίβοντας το κεφάλι του. Ξεροκατάπιε. Η ζαλάδα υποχωρούσε κιόλας. «Καλά, καλά. Ο Μπα’άλζαμον, αν προτιμάς. Μα είναι νεκρός· τον είδα να καίγεται, τον είδα να πεθαίνει».

«Μήπως δεν σε κοίταζα τώρα δα, που το βλέμμα του Σκοτεινού έπεσε πάνω σου; Μη μου πεις ότι δεν ένιωσες τίποτα, γιατί θα σου στρίψω το αυτί· είδα το πρόσωπό σου».

«Είναι νεκρός», επέμεινε ο Ραντ. Στο νου του ήρθε ο αθέατος παρατηρητής, και ο άνεμος στην κορυφή του πύργου. Ανατρίχιασε. «Τόσο κοντά στη Μάστιγα συμβαίνουν παράξενα πράγματα».

«Είσαι μεγάλος βλάκας, Ραντ». Του κούνησε τη γροθιά της. «Στ’ αλήθεια θα σου έστριβα το αυτί, αν πίστευα ότι έτσι θα έβαζες λίγο μυαλό—»

Η υπόλοιπη φράση της πνίγηκε μέσα στα καμπανίσματα που ξέσπασαν απ’ όλο το οχυρό.

Ο Ραντ βρέθηκε όρθιος μ’ έναν πήδο. «Είναι συναγερμός! Ψάχνουν...» Όταν ονοματίζεις τον Σκοτεινό, προσκαλείς το κακό.

Η Νυνάβε σηκώθηκε πιο αργά, κουνώντας το κεφάλι αβέβαια. «Όχι, δεν νομίζω. Αν έψαχναν για σένα, τότε οι καμπάνες απλώς θα σε προειδοποιούσαν. Όχι, αν είναι συναγερμός, δεν είναι για σένα».

«Τότε τι είναι;» Έτρεξε στην κοντινότερη βελοθυρίδα και κοίταξε έξω.

Φώτα πηγαινοέρχονταν γοργά στο οχυρό, το οποίο είχε αγκαλιάσει η νύχτα, όμοια με πυγολαμπίδες, λάμπες καν πυρσοί που χιμούσαν εδώ κι εκεί. Μερικά πήγαιναν στα τείχη και τους πύργους, αλλά, απ’ όσα έβλεπε, τα πιο πολλά ήταν μαζεμένα στο κήπο πιο κάτω και στην αυλή, της οποίας έβλεπε ένα μέρος. Ό,τι κι αν είχε προκαλέσει το συναγερμό, ήταν μέσα στο οχυρό. Οι καμπάνες βουβάθηκαν, αποκαλύπτοντας τις ανθρώπινες φωνές, αλλά ο Ραντ δεν διέκρινε τι έλεγαν.

Αν δεν είναι για μένα... «Η Εγκουέν», είπε ξαφνικά. Αν είναι ακόμα ζωντανός, αν υπάρχει ακόμα το κακό, πρέπει να έρθει σε μένα.

Η Νυνάβε, που κοίταζε από μια άλλη βελοθυρίδα, στράφηκε προς το μέρος του. «Τι;»

«Η Εγκουέν». Διέσχισε το δωμάτιο με βιαστικές δρασκελιές και άρπαζε το σπαθί και τη θήκη από το δέμα. Φως μου, το κακό θα ’πρεπε να βλάψει εμένα, όχι αυτήν. «Είναι στο μπουντρούμι μαζί με τον Φάιν. Αν αυτός με κάποιον τρόπο το έσκασε;»

Η Νυνάβε τον πρόφτασε στην πόρτα και τον άρπαξε από το μπράτσο. Δεν έφτανε στο ύψος ούτε τον ώμο του, αλλά τον κράτησε με σιδερένια λαβή. «Μην κάνεις ακόμα μεγαλύτερη βλακεία, Ραντ. Ακόμα κι αν αυτό δεν έχει σχέση με σένα, υπάρχουν οι γυναίκες, που κάτι ψάχνουν! Μα το Φως, άνθρωπέ μου, αυτά είναι τα δια μερίσματα των γυναικών. Το πιθανότερο είναι να υπάρχουν Άες Σεντάι στους διαδρόμους. Η Εγκουέν δεν θα πάθει τίποτα. Θα έπαιρνε μαζί της τον Ματ και τον Πέριν. Ακόμα κι αν έμπλεκε κάπου, θα την βοηθούσαν».

«Κι αν δεν μπόρεσε να τους βρει, Νυνάβε; Αυτό δεν θα την εμπόδιζε. Θα πήγαινε μόνη της, όπως θα ’κανες κι εσύ, και το ξέρεις. Φως μου, της είπα ότι ο Φάιν είναι επικίνδυνος. Που να καώ, της το είπα!» Που να με κάψει το Φως, το κακό έπρεπε να έρθει σε μένα!

Μια γυναίκα τσίριξε βλέποντάς τον, με το κακοφτιαγμένο γιλέκο εργάτη του και το σπαθί στο χέρι. Οι άνδρες, ακόμα κι όταν ήταν προσκαλεσμένοι, δεν πήγαιναν οπλισμένοι στους γυναικωνίτες, εκτός αν το οχυρό δεχόταν επίθεση. Ο διάδρομος ήταν γεμάτος γυναίκες, υπηρέτριες με μαύρα και χρυσά ρούχα, κυρίες του οχυρού με μεταξωτά και δαντέλες, γυναίκες με κεντημένα σάλια με μακριά κρόσσια, που μιλούσαν μεγαλόφωνα και ταυτοχρόνως, απαιτώντας να μάθουν τι συνέβαινε. Πανιού υπήρχαν παιδιά, που έκλαιγαν πιασμένα από φούστες. Ο Ραντ όρμηξε ανάμεσά τους, απέφυγε όσες μπορούσε, μουρμούρισε συγνώμη από κείνες που είχε παραμερίσει με τον ώμο του, προσπάθησε να αγνοήσει τις έκπληκτες ματιές τους.

Μια από τις γυναίκες που φορούσαν σάλι έστριψε για να πάει στο δωμάτιο της, και ο Ραντ είδε την πίσω πλευρά του σαλιού της, είδε το αστραφτερό λευκό δάκρυ στο κέντρο. Ξαφνικά αναγνώρισε πρόσωπα που είχε δει στην εξωτερική αυλή. Άες Σεντάι, οι οποίες κόρα τον κοίταζαν με ταραχή.

«Ποιος είσαι; Τι θες εδώ;»

«Το οχυρό δέχθηκε επίθεση; Απάντησε μου, νεαρέ!»

«Δεν είναι στρατιώτης. Ποιος είναι; Τι συμβαίνει;»

«Είναι ο νεαρός άρχοντας από το νότο!»

«Ας τον σταματήσει κάποια!»

Ο φόβος τον έκανε να τραβήξει τα χείλη και να γυμνώσει τα δόντια, αλλά συνέχισε να προχωρά μπροστά και προσπάθησε να κάνει πιο γρήγορα.