Έπειτα μια γυναίκα βγήκε στο διάδρομο, βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του, και ο Ραντ άθελά του σταμάτησε. Αναγνώριζε αυτό το πρόσωπο καλύτερα από κάθε άλλο· του φαινόταν ότι θα το θυμόταν ακόμα κι αν ζούσε παντοτινά. Η Έδρα της Άμερλιν. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα στη θέα του, και του ανταπέδωσε το βλέμμα. Μια άλλη Άες Σεντάι, η ψηλή γυναίκα, την οποία είχε δει να κρατά το ραβδί, μπήκε ανάμεσα σ’ αυτόν και την Άμερλιν, φωνάζοντάς του κάτι, το οποίο δεν κατάφερε να ακούσει μέσα στην οχλοβοή.
Ξέρει. Φως μου βοήθησέ με, ξέρει. Η Μουαραίν της το είπε. Συνέχισε να τρέχει, γρυλίζοντας. Φως μου, να δω την Εγκουέν σώα και ασφαλή, πριν αυτές οι... Άκουσε πίσω του φωνές, μα δεν έδωσε σημασία.
Στο οχυρό πίσω του τα πάντα ήταν ανάστατα. Άνδρες έτρεχαν προς τις αυλές με το σπαθί στο χέρι, χωρίς να του ρίχνουν ματιά. Πάνω από τη φασαρία των καμπανισμάτων, τώρα μπορούσε να ακούσει κι άλλους ήχους. Φωνές. Στριγκλιές. Μέταλλο που κουδούνιζε πάνω σε μέταλλο. Μόλις είχε προλάβει να αναληφθεί ότι ήταν ήχοι μάχης —Μάχη; Μέσα στο Φαλ Ντάρα;— όταν τρεις Τρόλοκ βγήκαν μπροστά του, τρέχοντας από τη γωνία.
Τριχωτές μουσούδες παραμόρφωναν ανθρώπινα πρόσωπα, που κατά τα άλλα ήταν φυσιολογικά, ένα απ’ αυτά με κέρατα τραγίσια. Γύμνωσαν τα δόντια τους, ύψωσαν σπαθιά όμοια με δρεπάνια, καθώς τον πλησίαζαν γοργά.
Ο διάδρομος, που πριν από μια στιγμή ήταν γεμάτος άνδρες που έτρεχαν, τώρα είχε αδειάσει, και μόνο ο Ραντ και οι τρεις Τρόλοκ απέμεναν. Αιφνιδιασμένος, ξεθηκάρωσε αδέξια το σπαθί του, δοκίμασε τη στάση Το Κολιμπρί Φιλά το Ρόδο. Κλονισμένος, καθώς έβρισκε Τρόλοκ στην καρδιά του οχυρού Φαλ Ντάρα, πήρε τη στάση τόσο άσχημα, που ο Λαν θα τον παρατούσε αηδιασμένος. Ο Τρόλοκ με τη μουσούδα αρκούδας την απέφυγε άνετα, όμως σκούντηξε τους συντρόφους του, που για μια στιγμή έχασαν την ισορροπία τους.
Ξαφνικά εμφανίστηκαν καμιά δεκαριά Σιναρανοί, οι οποίοι τον προσπέρασαν και χίμηξαν στους Τρόλοκ, άνδρες μισοντυμένοι με λαμπρά ρούχα, μα με τα σπαθιά έτοιμα. Ο αρκουδομούρης Τρόλοκ γρύλισε καθώς πέθαινε, και οι σύντροφοί του έτρεξαν, καταδιωκόμενοι από άνδρες που φώναζαν κι ανέμιζαν ατσάλι. Φωνές και ουρλιαχτά ακούγονταν από πανιού.
Εγκουέν!
Ο Ραντ χώθηκε στα βάθη του οχυρού, τρέχοντας σε διαδρόμους άδειους από κάθε ίχνος ζωής, παρ’ όλο που εδώ κι εκεί υπήρχαν νεκροί Τρόλοκ στο πάτωμα. Ή νεκροί άνθρωποι.
Έπειτα έφτασε σε μια διασταύρωση των διαδρόμων, και στα αριστερά του ήταν η άκρη μιας σκάλας. Έξι άνδρες με τα μαλλιά δεμένα κότσο κείτονταν ματωμένοι και ασάλευτοι, κι ένας έβδομος πέθαινε. Ο Μυρντράαλ έστριψε λίγο ακόμα το σπαθί, καθώς το έβγαζε από την κοιλιά του άνδρα, και ο στρατιώτης ούρλιαξε, έριξε το σπαθί και έπεσε κάτω. Ο Ξέθωρος κινήθηκε με χάρη οχιάς, και την εικόνα ερπετού που έδινε την ιόνιζε η μαύρη πανοπλία με τα επικαλυπτόμενα ελάσματα που έκρυβαν το στέρνο του. Γύρισε, και το χλωμό, ανόφθαλμο πρόσωπο μελέτησε τον Ραντ. Ξεκίνησε για να τον πλησιάσει, μ’ ένα ωχρό χαμόγελο, χωρίς να βιάζεται. Δεν είχε λόγο να βιαστεί μπροστά σε έναν μόνο άνθρωπο.
Ο Ραντ ένιωσε τα πόδια του ριζωμένα εκεί που στεκόταν· η γλώσσα του κόλλησε στον ουρανίσκο του. Το βλέμμα του Ανόφθαλμου είναι φόβος. Έτσι έλεγαν στις χώρες της Μεθορίου. Τα χέρια του έτρεμαν, καθώς ύψωνε το σπαθί. Δεν σκέφτηκε καν να περιβληθεί το κενό. Φως μου, μόλις σκότωσε επτά οπλισμένους στρατιώτες μαζί. Φως μου, τι πάω να κάνω. Φως μου!
Ξαφνικά ο Μυρντράαλ σταμάτησε, το χαμόγελο έσβησε.
«Αυτός είναι δικός μου, Ραντ». Ο Ραντ τινάχτηκε, καθώς ο Ίνγκταρ έφτανε στο πλευρό του, μελαψός, γεροδεμένος, με κίτρινο γιορτινό σακάκι, κρατώντας το σπαθί και με τα δυο χέρια. Τα μαύρα μάτια του Ίνγκταρ δεν τραβήχτηκαν στιγμή από το πρόσωπο του Ξέθωρου· αν ένιωθε φόβο, δεν το έδειχνε. «Δοκίμασε με κανά-δυο Τρόλοκ», είπε με απαλή φωνή, «πριν τα βάλεις με τέτσιον».
«Κατέβηκα να δω αν η Εγκουέν είναι καλά. Πήγαινε στο μπουντρούμι να επισκεφθεί τον Φάιν, και—»
«Τότε πήγαινε να τη βρεις».
Ο Ραντ ξεροκατάπιε. «Θα τον πολεμήσουμε μαζί, Ίνγκταρ».
«Δεν είσαι έτοιμος γι’ αυτό. Πήγαινε να βρεις την κοπέλα σου. Πήγαινε! Θέλεις να τη βρουν οι Τρόλοκ απροστάτευτη;»
Για μια στιγμή ο Ραντ στάθηκε εκεί αναποφάσιστος. Ο Ξέθωρος είχε υψώσει το σπαθί του, για τον Ίνγκταρ. Ένα άηχο γρυλλητό παραμόρφωνε το στόμα του Ίνγκταρ, αλλά ο Ραντ ήξερε ό,τι δεν ήταν από φόβο. Και η Εγκουέν ίσως ήταν μόνη στο μπουντρούμι μαζί με τον Φάιν, ή με κάτι χειρότερο. Ακόμα κι έτσι, ένιωθε ντροπή, καθώς έτρεχε στις σκάλες που κατέβαιναν στα υπόγεια. Ήξερε ότι το βλέμμα του Ξέθωρου μπορούσε να μεταδώσει φόβο σε κάθε άνθρωπο, αλλά ο Ίνγκταρ είχε δαμάσει το φόβο του. Ο Ραντ ένιωθε το στομάχι του δεμένο κόμπο.