Οι διάδρομοι κάτω από το οχυρό ήταν σιωπηλοί, αχνοφωτισμένοι από τους πυρσούς που τρεμόπαιζαν σε αραιά διαστήματα στους τοίχους. Βράδυνε το βήμα όταν πλησίασε τα μπουντρούμια και προχώρησε όσο πιο ήσυχα μπορούσε στις μύτες των ποδιών του. Ο ξυστός ήχος που έβγαζαν οι μπότες του πάνω στη γυμνή πέτρα έμοιαζε να γεμίζει τα αυτιά του. Η πόρτα των μπουντρουμιών στεκόταν μισάνοιχτη, ίσα με μια χαραμάδα. Θα ’πρεπε να είναι κλειστή και αμπαρωμένη.
Κοιτάζοντας την πόρτα, προσπάθησε να ξεροκαταπιεί και δεν τα κατάφερε. Άνοιξε το στόμα για να φωνάξει, έπειτα το ξανάκλεισε γρήγορα. Αν η Εγκουέν ήταν εκεί και κινδύνευε, η κραυγή του απλώς θα προειδοποιούσε αυτόν που την απειλούσε. Ό,τι κι αν συνέβαινε. Πήρε μια βαθιά ανάσα, και ετοιμάστηκε.
Με μια κίνηση άνοιξε διάπλατα την πόρτα, σπρώχνοντας την με το θηκάρι που κρατούσε στο αριστερό χέρι, και όρμηξε στο μπουντρούμι, έσκυψε τον ώμο του για να κυλιστεί στα άχυρα που κάλυπταν το πάτωμα και ξαναστάθηκε όρθιος, στρίβοντας δεξιά κι αριστερά τόσο γρήγορα, που δεν πρόλαβε να δει καθαρά την αίθουσα, ψάχνοντας απελπισμένα να δει αν υπήρχε κάποιος που ίσως του επιτιθόταν, ψάχνοντας για την Εγκουέν. Δεν ήταν κανείς εκεί.
Το βλέμμα του έπεσε στο τραπέζι, και ο Ραντ σταμάτησε επιτόπου, με την ανάσα, ακόμα και τη σκέψη, παγωμένες. Δεξιά κι αριστερά της λάμπας, η οποία έκαιγε ακόμα, σαν να την πλαισίωναν, βρίσκονταν τα κεφάλια των φρουρών μέσα σε δυο λίμνες αίματος. Τα μάτια τους τον κοίταζαν, ορθάνοιχτα από φόβο, και τα στόματά τους έχασκαν σε μια τελευταία κραυγή, που δεν μπορούσε να ακούσει κανείς. Ο Ραντ ένιωσε αναγούλα και διπλώθηκε στα δύο· το στομάχι του σφίχτηκε και ξανασφίχτηκε, καθώς έκανε εμετό στα άχυρα. Στο τέλος κατόρθωσε να σηκωθεί όρθιος, σκουπίζοντας το στόμα με το μανίκι· το λαιμό του τον ένιωθε γδαρμένο.
Σιγά-σιγά είδε και το υπόλοιπο δωμάτιο, το οποίο είχε δει χωρίς να το προσέξει, καθώς έψαχνε βιαστικά για κάποια απειλή. Ματωμένοι κόμποι σάρκας ήταν σπαρμένοι στα άχυρα. Δεν υπήρχε τίποτα που να του μοιάζει ανθρώπινο, με εξαίρεση τα δύο κεφάλια. Μερικά από τα κομμάτια έμοιαζαν μασημένα. Να λοιπόν τι έπαθαν τα σώματά τους. Τον ξάφνιασε η αταραξία των σκέψεων του, σχεδόν σαν να είχε πετύχει το κενό δίχως να προσπαθήσει. Κατάλαβε αόριστα πως έφταιγε το σοκ.
Δεν αναγνώριζε κανένα κεφάλι· οι φρουροί είχαν αλλάξει από την προηγούμενη φορά που είχε κατέβει. Χάρηκε γι’ αυτό. Θα ήταν χειρότερα, αν ήξερε ποιοι ήταν, ακόμα κι αν ήταν ο Τσάνγκου. Το αίμα είχε βάψει και τους τοίχους, αλλά εκεί σχημάτιζε βιαστικά γράμματα, απομονωμένες λέξεις και φράσεις παντού τριγύρω. Μερικές ήταν απότομες και γεμάτες γωνίες, σε μια γλώσσα την οποία δεν ήξερε, αν και αναγνώριζε τη γραφή των Τρόλοκ. Άλλες μπορούσε να τις διαβάσει, κι ευχήθηκε να μην το είχε κάνει. Βλασφημίες και χυδαιολογείς, τόσο ελεεινές, που θα έκαναν και σταβλίτη ή φύλακα εμπόρου να χλομιάσουν.
«Εγκουέν». Η γαλήνη χάθηκε. Έχωσε το θηκάρι μέσα από τη ζώνη του, άρπαζε τη λάμπα από το τραπέζι, σχεδόν χωρίς να προσέξει κι κεφάλια που κύλησαν. «Εγκουέν! Πού είσαι;»
Ξεκίνησε για την εσωτερική πόρτα, έκανε δύο βήματα, και σταμάτησε, κοιτάζοντας. Οι λέξεις στην πόρτα, σκούρες λέξεις, που άστραφταν υγρές στο φως της λάμπας, ήταν ξεκάθαρες.
ΘΑ ΞΑΝΑΝΤΑΜΩΣΟΥΜΕ ΣΤΟ ΤΟΜΑΝ ΧΕΝΤ
ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ, ΑΛ’ΘΟΡ
Το σπαθί έπεσε από το χέρι του, που ξαφνικά είχε μουδιάσει. Χωρίς να τραβήξει το βλέμμα από την πόρτα, έσκυψε να το πιάσει. Αντί γι’ αυτό, άρπαξε μια χούφτα άχυρα και άρχισε να τρίβει με μανία τις λέξεις στην πόρτα. Λαχανιάζοντας, συνέχισε να τρίβει, ώσπου όλα ήταν μια ματωμένη μουτζούρα, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει.
«Τι κάνεις;»
Ακούγοντας την έντονη φωνή πίσω του, στριφογύρισε, σκύβοντας για να πιάσει το σπαθί του.
Μια γυναίκα στεκόταν στην εξωτερική πόρτα, με το κορμί κορδωμένο από οργή. Τα μαλλιά της χρύσιζαν, πλεγμένα σε καμιά δεκαριά κοτσίδες ή περισσότερες, αλλά τα μάτια της ήταν μαύρα και φλογερά. Δεν φαινόταν να είναι μεγαλύτερη του, κι ήταν όμορφη, παρά το μουτρωμένο ύφος, αλλά το στόμα της ήταν σφιγμένο, με τρόπο που του Ραντ δεν του καλοφάνηκε καθόλου. Έπειτα είδε το σάλι, το οποίο είχε τυλίξει σφιχτά γύρω της, με τα μακριά, κόκκινα κρόσσια.
Άες Σεντάι. Και, Φως μου βοήθησε με, είναι του Κόκκινου Άτζα. —Να... Απλώς... Είναι βρωμερό αυτό το πράγμα. Ρυπαρό».
«Τα πάντα πρέπει να μείνουν όπως ήταν για να τα εξετάσουμε. Τίποτα μην αγγίξεις». Έκανε ένα βήμα μπρος, κοιτάζοντάς τον, κι εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω. «Ναι. Ναι, καλά μου φάνηκε. Ένας από κείνους με τη Μουαραίν. Τι σχέση έχεις μ’ όλα αυτά;» Η χειρονομία της συμπεριέλαβε τα κεφάλια στο τραπέζι και τη ματωμένη γραφή στους τοίχους.